1ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΞΑΝΘΗΣ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Τα μέλη της Περιβαλλοντικής Ομάδας του Α Γυμνασίου Ξάνθης 2
Οι στόχοι και τα στάδια ανάπτυξης του προγράμματος 4
Ευχαριστίες 5
Πρόλογος 6
Χάρτης της ορεινής Ξάνθης 8
Οι εγκαταλειμμένοι ορεινοί οικισμοί του Νομού Ξάνθης
9Α. Γεωμορφολογία - Κλίμα 9
Β. Ιστορική Θεώρηση 12
Γ. Η αρχιτεκτονική των παραδοσιακών οικισμών 14
Δ. Η ζωή των κατοίκων των ορεινών οικισμών 21
Ε. Παρουσίαση των οικισμών 25
Αγέλη - Αερικό - Ακραίος - Αλικοχώρι - Ανθηρό - Άσκυρα - Αχλαδιά - Βασιλικά - Βασιλοχώρι - Γιαλιστερό - Γιαννοχώριο - Δουργούτι - Έρανος - Ζαφείριο - Θεοτοκάτο - Θεοτόκος - Ίμερα - Καλλιθέα - Καλό Νερό - Καλότυχο - Καλύβα - Καπνόανθος - Καστανίτης - Καστανωτό - Κετίκιο - Κορυφή - Κορφοβούνιο - Κοττάνη - Κούνδουρος - Κριός - Κρωμνικό - Λιβάδι - Λίβας - Λιβερά - Λυκοβούνι - Λυκότοπος - Μακάριο - Μαργαρίτι - Μυρτούσα - Ορεστινή - Πανέρι - Πασχαλιά - Πελεκητό - Πλαγιά - Πολύσκιο - Πόρτα - Πριόνι - Ρεματιά - Ρύμη - Σεμέλη - Σιδηρόπετρα - Σταμάτιο - Τσαλαπετεινός - Τσούκα - Υδροχώρι - Χαλέπι
ΣΤ. Τα αίτια της εγκατάλειψης των ορεινών οικισμών 70
Ζ. Το παρόν και το μέλλον των ορεινών οικισμών 72
Η. Προτάσεις για επισκέψεις, πεζοπορικές διαδρομές και εκπαιδευτικά
προγράμματα 76
Βιβλιογραφία
79Παραρτήματα
81Ι. Πίνακας εξέλιξης του πληθυσμού των ορεινών οικισμών 82
ΙΙ. Γράφημα της πληθυσμιακής εξέλιξης στο Ν.Ξάνθης 83
ΙΙΙ.Αλφαβητικός πίνακας των οικισμών και άλλες ονομασίες τους 84
ΙV. Δείγμα δελτίου καταγραφής οικισμού 85
V. Πρόγραμμα της Εκπαιδευτικής Επίσκεψης στην Ήπειρο 89
VI.Δείγματα ερωτηματολογίων που απάντησαν τα μέλη της Ομάδας κατά
το Πρόγραμμα Κινητικότητας (13-22 Μαρτίου 1999) 90
VII.Άρθρα εφημερίδων για τις δραστηριότητες της Περιβαλλοντικής Ομάδας 95
ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ
ΤΟΥ 1ου ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΞΑΝΘΗΣ
Ομάδα Μαθητών
1. Αγγελόπουλος Βασίλης
2. Ανδρεάδου Ράνια
3. Ανδρικοπούλου Έλση
4. Αποστολίδου Σοφία-Μαρία
5. Αραμπατζή Ελένη
6. Βασίλα Μαρία
7. Βλαχογιάννης Άκης
8. Γιουβαντσίκ Νάκης
9. Γκουρνέλης Παύλος
10.Δεμερτζής Απόστολος
11.Δημητριάδης Γιάννης
12.Ελευθεριάδης Λεωνίδας
13.Καλαμάρας Αλέξανδρος
14.Καλογιαννίδης Δημήτρης
15.Καρακασίδης Δημήτρης
16.Κασαρτζίδης Αντώνης
17.Κεφαλάς Δήμος
18.Κιλιτσιάν Τάκος
19.Κομνηνός Κώστας
20.Κουφοστάμος Αλκιβιάδης
21.Κυριακαρέλλη Δέσποινα
22.Κυρλίδου Μαρία
23.Λέφα Νάντια
24.Μελίδης Δημήτρης
25.Μεντέλη Βικτωρία
26.Μιχαλακίδης Γιώργος
27.Μπερμπέρογλου Νατάσα
28.Μπίρου Βάσια
29.Μπολέτη Βασιλική
30.Πολυχρόνης Χρήστος
31.Στέρης Κωνσταντίνος
32.Σφυρής Γιώργος
33.Σφυρής Δημήτρης
34.Τζουβανίδης Στέλιος
35.Παύλου Άννα
36.Τσαγκαλίδης Αργύρης
37.Τσιαβδαρίδης Κοσμάς
38.Τσιατσιάνα Ζωή
39.Τσίγκα Κλαίρη
40.Τσομπανίδης Γιάννης
41.Φώτης Δημήτρης
42.Ψιλλοπούλου Μαρία
Kαθηγητές:
Κόκκας Νικόλαος
Κορωνάκη Αντιγόνη
Υπεύθυνη Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης: Παρασκευή Γεωργαντά

Το 1ο Γυμνάσιο Ξάνθης.

Η Περιβαλλοντική ομάδα του 1ου Γυμνασίου Ξάνθης σε εγκαταλειμμένο οικισμού της Ηπείρου.
ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
1. Καταγραφή του προβλήματος της εγκατάλειψης των ορεινών οικισμών του Νομού Ξάνθης.
2. Γνωριμία των μαθητών με το φυσικό περιβάλλον της ορεινής Ξάνθης και συνειδητοποίηση της ανάγκης για την προστασία του.
ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
1.Επίσκεψη των μαθητών στους εγκαταλειμμένους ορεινούς οικισμούς του Ν. Ξάνθης.
2. Ανάπτυξη μεθόδων και τεχνικών μελέτης και διερεύνησης του φυσικού και τεχνητού περιβάλλοντος.
3. Ευαισθητοποίηση των μαθητών πάνω στο πρόβλημα της διαφύλαξης της πολιτισμικής κληρονομιάς.
4. Επαφή με την ορεινή φύση, γνωριμία με τη χλωρίδα και πανίδα, μελέτη της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και της νεώτερης τοπικής ιστορίας.
5. Προβολή των ιδιαιτεροτήτων της ορεινής Ελλάδας - Προτάσεις για το μέλλον.
ΣΤΑΔΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
1. Συναντήσεις της Ομάδας για τον καθορισμό των επί μέρους στόχων και αρμοδιοτήτων.
2. Κατάταξη προτεραιοτήτων - Καταγραφή των εγκαταλειμμένων ορεινών οικισμών - Εντοπισμός στο χάρτη.
3.Συλλογή στατιστικών, εγκυκλοπαιδικών και ιστορικών στοιχείων.
4. “Υιοθέτηση” κάθε οικισμού από υπο-ομάδες έρευνας πεδίου.
5. Επισκέψεις στους ορεινούς οικισμούς - Φωτογράφηση - Χαρτογράφηση - Βιντεοσκόπηση των ορεινών οικισμών.
6. Επεξεργασία των στοιχείων - Εξαγωγή συμπερασμάτων.
7. Συμμετοχή σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα κινητικότητας (13-22 Μαρτίου 1999) - Συνεργασία με δύο γυμνάσια στην Ήπειρο.
8. Παρουσίαση των στοιχείων: Ενημέρωση του τύπου - Έκθεση φωτογραφίας - Δημιουργία βίντεο ντοκυμαντέρ - Δημιουργία CD-ROM για τους ορεινούς οικισμούς - Διοργάνωση ημερίδας.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
Ευχαριστούμε θερμά:
το Ταμιείον Θράκης
την υπεύθυνη Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης κυρία Παρασκευή Γεωργαντά
την κυρία Μάρω Γιαννοπούλου
τον κύριο Γ. Ρουκούνη
το Δήμο Ξάνθης
το Δήμο Σταυρούπολης
τον οδηγό κύριο Δημήτριο Καπηλίδη
την Περιηγητική Λέσχη Νέστου
τον Ελληνικό Ορειβατικό Σύλλογο Ξάνθης
την Τ.Ε.Δ.Κ. Ν.Ξάνθης
το Δασάρχη Ξάνθης κύριο Θωμά Βουζαρά
το Συντονιστικό Γραφείο Μειονοτικών Σχολείων
τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν.Ξάνθης
τον πρόεδρο του Ορειβατικού Συλλόγου Ιωαννίνων κ.Κωνσταντίνο Μπαρμπούτη
το κύριο Χρήστο Σιόντη από το Γυμνάσιο Ζωσιμαίας Ιωαννίνων
τη διευθύντρια του Γυμνασίου Βουργαρελίου κυρία Ερασμία Ζαβιτζάνου
την Αναπτυξιακή Εταιρεία Ζαγορίου
Η κάλυψη των εξόδων για την έκδοση αυτή έγινε από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα
Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης [ΕΠΕΑΕΚ]
μετά τη συμμετοχή του 1ου Γυμνασίου Ξάνθης σε Πρόγραμμα Κινητικότητας
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Περπατούσαμε στο εγκαταλειμμένο χωριό Κούνδουρος στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Φωτογραφίζαμε τα ερείπια των σπιτιών, το ρέμα, τα ίχνη που άφησαν πίσω τους οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ. Πέντε ψυχές έχουν απομείνει τώρα στον τόπο που παλιότερα αντηχούσαν οι βουές εκατό ανθρώπων. Τριγύρω μας τα βουνά ασπρισμένα από τα χιόνια και σιωπή - μόνο ο ήχος του νερού που κυλούσε. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή. Ένας άνθρωπος σκαρφαλωμένος σε μια στέγη προσπαθούσε να την επιδιορθώσει. Μας φώναζε δυνατά κι η φωνή του αντηχούσε απόμακρη σα να μιλούσαν τα ντουβάρια του πεθαμένου χωριού: “Να μας κάνουν δρόμο. Να τους πείτε να μας κάνουν δρόμο”, φώναζε, λες και εμείς κάπου θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε την πίκρα του ή λες και είμαστε από κάποια υπηρεσία. Βέβαια οι υπηρεσίες έχουν από καιρό να φανούν στην περιοχή. Οι αρμόδιοι ίσως να αγνοούν και την ύπαρξη ακόμα του χωριού, που ρημαγμένο, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς ρεύμα, χωρίς δρόμο μοιάζει σαν απομεινάρι ενός άλλου αιώνα
- όχι του 20ου και σίγουρα όχι του 21ου. Σε λίγο ίσως δεν θ’ ακούγεται ούτε καν αυτή η πικραμένη φωνή ν’αντηχεί στα χιονισμένα βουνά. Το χωριό Κούνδουρος θα ακολουθήσει τη μοίρα δεκάδων άλλων ορεινών χωριών της Ελληνικής επικράτειας που η αδιαφορία του επίσημου κράτους οδήγησε στο μαρασμό και στο θάνατο. Σε λίγο αυτά τα χωριά θάχουν εντελώς ξεχαστεί, σε λίγο θα σβηστούν και απ’ το χάρτη. Κι απέναντι σ’ αυτήν την πραγματικότητα μπορεί κανείς είτε να φιλοσοφήσει αορίστως περί της μοίρας των θνητών είτε να σκεφτεί πως θα μπορούσαν νάταν κι αλλιώς τα πράγματα, πως θα μπορούσε ο προγραμματισμός της πολιτείας να συμπεριλαμβάνει και τη ζωή αυτών των οικισμών με κάποιο μοντέλο ανάπτυξης που δεν θα μαγνήτιζε όλους τους νέους στα αστικά κέντρα.Οι ορεινοί οικισμοί του Νομού Ξάνθης κάποτε έσφυζαν από ζωή. Tώρα ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει γι αυτούς. Οι κάτοικοι αυτών των οικισμών διαμόρφωσαν τον τρόπο ζωής τους σε άμεση συνάρτηση με το γύρω χώρο και τους περιορισμούς του αλλά και ανάλογα με τις συνήθειες, τα ήθη,
τα έθιμα και τις παραδόσεις τους. Απομονωμένοι από τις πολιτικές και τεχνολογικές εξελίξεις, διατήρησαν την πολιτιστική τους ταυτότητα και τον τρόπο σκέψης τους. Τα κτίσματά τους, ακόμα και ερημωμένα, μαρτυρούν την ταυτότητα των οικιστών τους αλλά και τις επαγγελματικές τους ασχολίες και τις κοινωνικές σχέσεις στις παραδοσιακές ορεινές κοινότητες. Τα σπίτια αυτά ήταν κατασκευασμένα σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον, στα μέτρα και τις ανάγκες των ανθρώπων.Σίγουρα το φαινόμενο της ερήμωσης των ορεινών περιοχών είναι γενικότερο, έχει παγκόσμιες διαστάσεις. Η αντιμετώπισή, όμως, του προβλήματος πιστοποιεί ακριβώς και την ευαισθησία του κάθε λαού απέναντι στο πολιτισμό και την ιστορία του. Υπάρχουν αναπτυγμένες χώρες που συνειδητοποίησαν έγκαιρα την ανάγκη διαφύλαξης της πολιτιστικής τους κληρονομιάς και εκπόνησαν συγκεκριμένα προγράμματα ανάκτησης των ορεινών οικισμών διαθέτοντας κονδύλια για να κρατήσουν στη ζωή και να αξιοποιήσουν τις ορεινές περιοχές τους. Σε όσα μέρη της ορεινής Ελλάδας σημειώθηκαν προσπάθειες ανάπτυξης, αυτές οφείλονταν συνήθως αποκλειστικά στη δράση τοπικών φορέων και πρωτοβουλιών των κατοίκων.
Στις σελίδες που ακολουθούν κάναμε μια απόπειρα να προσεγγίσουμε το θέμα της ερήμωσης της ορεινής Ελλάδας με βλέμμα καθαρό και χωρίς καμία ρομαντική διάθεση. Το αν το καταφέραμε το αφήνουμε στην κρίση σας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1: Ο προσδιορισμός των ερημωμένων οικισμών από την Περιβαλλοντική Ομάδα του Α Γυμνασίου Ξάνθης έγινε σε πρώτη φάση μετά από την μελέτη των στοιχείων της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (βλ. Παράρτημα ΙΙ). Εντοπίστηκαν έτσι εκείνοι οι οικισμοί που ο πληθυσμός τους είχε φθίνουσα τάση σε σύγκριση με άλλους που χαρακτηρίζονται από στασιμότητα ή και αύξηση του πληθυσμού τους κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Το επόμενο βήμα ήταν η επιτόπια έρευνα και η αναζήτηση των αιτίων που προκάλεσαν την ερήμωση των οικισμών αυτών.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Aνάμεσα στα χωριά που καταγράψαμε στην έρευνά μας υπάρχουν μερικά, όπως η Πασχαλιά και το Πετροχώρι, που έχουν αρκετούς κατοίκους αυτή τη στιγμή. Ο λόγος που τα εντάσσουμε στην κατηγορία των εγκαταλειμμένων οικισμών είναι ότι η τοποθεσία του οικισμού μετατοπίστηκε σε κοντινή απόσταση, αφήνοντας την παλιά τοποθεσία εντελώς έρημη. Και βέβαια, υπάρχουν άλλοι πολλοί οικισμοί, που ερημώνουν τελείως κατά τους χειμερινούς μήνες, αλλά που αρκετοί κάτοικοι ανεβαίνουν εκεί το καλοκαίρι.
Α. ΓΕΩΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ-ΚΛΙΜΑ-ΧΛΩΡΙΔΑ-ΠΑΝΙΔΑ
Η οροσειρά της Ροδόπης, τμήμα της οποίας βρίσκεται στο Ν.Ξάνθης, χαρακτηρίζεται από όμορφες εναλλαγές του τοπίου: oι ρεματιές διαδέχονται τα δάση και τα μικρά λειβάδια δίνουν τη θέση τους σε μικρούς λόφους με πυκνή ή αραιή βλάστηση. Η περιοχή του Ν.Ξάνθης παρουσιάζει μεγάλη βιοποικιλότητα. Ταξιδεύοντας κανείς από το Πόρτο Λάγος μέχρι το δάσος του Δρυμού της Ροδόπης συναντά σχεδόν όλα τα είδη της χλωρίδας που θα συναντούσε αν θα ταξίδευε οδικά από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τη Σουηδία (φτελιά, πουρνάρι, μελιό, γαύρο, σφενδάμι, δρυ, καστανιά, σημύδα, οξυά, δασική πεύκη, ελάτη). Η άγρια πανίδα του Ν. Ξάνθης είναι ιδιαίτερα πλούσια.

Χελώνα στο χωριό Λειβάδι.
Πολλά είδη σπάνιων πουλιών (όπως η αγριόκοτα, ο κολχικός φασιανός) αναπαράγονται στα δάση της περιοχής και το ίδιο ισχύει και για μεγάλα θηλαστικά, στα οποία περιλαμβάνονται το αγριογούρουνο, το ζαρκάδι και η καφετιά αρκούδα (στα βόρεια του νομού). Στην ορεινή περιοχή της Χαϊντού και της Κούλας υπάρχουν σπάνια πουλιά και ενδημικά φυτικά είδη. Οι αρκούδες χρησιμοποιούν την περιοχή αυτή για τη δημιουργία φωλιάς και για αναπαραγωγή. Στον ποταμό Νέστο ζουν επίσης καστανόχηνες (Tadorna ferruginea) και βίδρες (Lutra lutra). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ποταμός Κομψάτος, που αποτελεί καταφύγιο για πολλά αρπακτικά πτηνά. Ο

Αγριολούλουδα στην κοιλάδα του Κομψάτου κοντά στο χωριό Τσαλαπετεινός.

Μανιτάρια στο Κρωμνικό.
υγρότοπος αυτός μπορεί να θεωρηθεί ως ενιαία οικολογική μονάδα με τη Βιστονίδα, και προστατεύεται σε διεθνές επίπεδο από τη σύμβαση Ραμσάρ.
Τα νερά παντού στο νομό είναι άφθονα, γι αυτό και συναντάμε συχνά βρύσες, γεφύρια και νερόμυλους. Η καλλιεργήσιμη γη όμως είναι λιγοστή, καθώς δεν υπάρχουν πολλά επίπεδα μέρη. Aνάμεσα στις πλαγιές των βουνών ξεπροβάλλουν χαράδρες απότομες και δυσπρόσιτες. Το κλίμα στην ορεινή Ξάνθη είναι ηπειρωτικό με βροχές και χιόνια, γι αυτό και η είσοδος των σπιτιών συνήθως βλέπει προς τα νότια, ενώ το βορινό τους μέρος έχει ελάχιστα και μικρά ανοίγματα.

Μανιτάρια στα Άσκυρα.
Η πρόσβαση στους ορεινούς οικισμούς είναι δύσκολη. Αν και τελευταία έχουν κατασκευαστεί αρκετοί δασικοί δρόμοι, υπάρχουν ακόμα πολλοί οικισμοί που μόνο με τα πόδια μπορεί κανείς να τους επισκεφτεί. Η συντήρηση των δρόμων που ήδη υπάρχουν δε γίνεται τακτικά, με αποτέλεσμα οι βροχοπτώσεις να προκαλούν διάβρωση και κατολισθήσεις. Οι οικισμοί κρατούν τα χιόνια για μεγάλο διάστημα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Για αρκετές μέρες κάθε χρόνο οι κάτοικοί τους παραμένουν αποκλεισμένοι, χωρίς επαφή με τις πόλεις
. Στις περιπτώσεις εκείνες που απουσιάζει ο ηλεκτρισμός και το τηλέφωνο θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα είδος πρωτόγονης και μοναχικής διαβίωσης, που από μόνη της θα αρκούσε για να εξηγήσει την εγκατάλειψη των περιοχών αυτών και τη φυγή προς τα αστικά κέντρα.
Β. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Ο χώρος της Θράκης αποτελούσε από τους αρχαίους χρόνους γέφυρα επικοινωνίας και σημείο συνάντησης λαών και πολιτισμών με μοναδικά χαρακτηριστικά. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα σ’ αυτούς τους λαούς καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά και την εξέλιξη του πληθυσμού στην περιοχή. Το πέρασμα των Τούρκων και των Βουλγάρων έχει αφήσει έντονα χαραγμένα τα ίχνη του στην ευρύτερη περιοχή. Η νεότερη ιστορία του Νομού Ξάνθης συνδέεται αναπόσπαστα με την ιστορία της Θράκης. Το 1
348 γίνεται η πρώτη εισβολή των Οθωμανών στη Θράκη και έξι χρόνια αργότερα, μετά την κατάληψη της Καλλίπολης, αρχίζει ο εποικισμός της Θράκης από τους Οθωμανούς. Η Κομοτηνή καταλαμβάνεται τα έτη 1363-65 και η Ξάνθη τα έτη 1385-86. Το 15ο αιώνα αρχίζουν μαζικοί εξισλαμισμοί του χριστιανικού πληθυσμού. Πολλαπλασιάζονται οι φόροι και γίνεται εκτεταμένο παιδομάζωμα. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί εκτοπίζονται προς τα ορεινά. Ναοί και μονές κατεδαφίζονται και ξερριζώνεται ο Ελληνισμός από τα αστικά κέντρα.Κατά το 17ο και 18ο αιώνα ο υπόδουλος Ελληνισμός της Θράκης αναδιπλώνεται. Στην περιοχή εγκαθίστανται συμπαγείς Ελληνικοί πληθυσμοί από την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Ανάμεσα στα μεγάλα αστικά κέντρα που αναπτύσσονται είναι και η Ξάνθη. Οι Έλληνες Θρακιώτες έμποροι φτάνουν μέχρι τη Ρωσσία, την Αίγυπτο, την Ινδία. Ιδρύονται στην περιοχή τα πρώτα Ελληνικά σχολεία.
Ο 19ος αιώνας σημαδεύεται από μία πνευματική και εθνική αναγέννηση των Ελλήνων της Θράκης. Πολλοί Θρακιώτες μυούνται στη Φιλική Εταιρεία και συμμετέχουν στον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας. Όμως οι βίαιοι εξισλαμισμοί συνεχίζονται και παράλληλα αρχίζουν οι Βουλγαρικές διεκδικήσεις. Το 1885 η Βόρεια Θράκη εντάσσεται στο βουλγαρικό κράτος και γίνεται προσπάθεια αφομοίωσης του Ελληνικού στοιχείου. Ο Ελληνισμός της Θράκης αντιστέκεται στη βουλγαρική προπαγάνδα, κυρίως μέσω των σχολείων.
Το 1913 η Ξάνθη απελευθερώνεται από τον ελληνικό στρατό. Όμως, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (28-07-1913) παραχωρείται στη Βουλγαρία η Δυτική Θράκη(Νέστος-Έβρος), ενώ η Ανατολική παραμένει στην Τουρκία. Οι Βούλγαροι προξενούν πολλές βιαιοπραγίες και προκαλούν μαζική έξοδο του Ελληνικού πληθυσμού.
Με τη συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος 1920) μεταβιβάζεται στην Ελλάδα η Ανατολική και η Δυτική Θράκη. Ξεκινά η Ελληνική διοίκηση στη Θράκη με την αναδιοργάνωση όλων των υπηρεσιών. Μετά την ατυχή έκβαση της Μικρασιατικής Εκστρατείας του 1922, υπογράφεται το 1923 η Συνθήκη της Λωζάνης, που προβλέπει την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης από τον Ελληνικό πληθυσμό. Κατά τα έτη 1920-24, Έλληνες πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία, τον Καύκασο και την Αρμενία εγκαθίστανται στη Δυτική Θράκη.
Κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο (1941-44) το μεγαλύτερο τμήμα της Θράκης περνά σε Βουλγαρική κατοχή. Οι διοικητικές, οικονομικές, αστυνομικές και εκπαιδευτικές αρχές αντικαθίστανται, ενώ γίνεται και πάλι διωγμός του Ελληνικού στοιχείου.
Στο σημείο αυτό να πούμε δύο λόγια και για τους Πομάκους της Θράκης, εφόσον η παρουσία τους στην ορεινή περιοχή έχει καθορίσει σε αρκετά σημαντικό βαθμό και τα χαρακτηριστικά των ορεινών οικισμών. Ποιοι είναι λοιπόν οι Πομάκοι; Οι Πομάκοι της Θράκης ανέρχονται περίπου στους 37.000 ανθρώπους, από τους οποίους οι 27.000 ζουν στο Νομό Ξάνθης. Στην αρχαιότητα κατοικούσαν στην περιοχή της Ροδόπης οι Αγριάνες, οι οποίοι πιστεύεται ότι είναι οι πρόγονοι των Πομάκων. Στα χρόνια του Μ. Αλεξάνδρου η Θρακική αυτή φυλή συμμετείχε στο εκστρατευτικό σώμα του Μ.Αλεξάνδρου και διακρίνονταν για την πολεμική της ικανότητα. Όταν άρχισαν οι Βουλγαρικές επιδρομές στην περιοχή, τον 7ο μ.Χ. αιώνα, οι Αγριάνες ενώθηκαν με τα Βυζαντινά στρατεύματα για να τους πολεμήσουν. Όμως αργότερα, μεταξύ 1656-1660 κατά τα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας, οι πρόκριτοι των Πομάκων παρουσιάστηκαν στον Τούρκο διοικητή στη Φιλιππούπολη για να του γνωστοποιήσουν την απόφασή τους να δεχθούν τον εξισλαμισμό. Από τότε κατεδαφίστηκαν στην περιοχή της Ροδόπης 218 εκκλησίες και 336 παρεκκλήσια. Σήμερα οι Πομάκοι της Θράκης ζούν ειρηνικά και είναι γνωστοί για την ευγένεια και την εργατικότητά τους.
Γ. Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΟΡΕΙΝΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ
Η αρχιτεκτονική των ορεινών οικισμών της Ξάνθης καταφέρνει να ξεπερνάει τις δυσκολίες και τους περιορισμούς του δύσβατου χώρου, δημιουργώντας μια συνεκτική συγκρότηση που ανταποκρίνεται στις επαγγελματικές ασχολίες των κατοίκων (κτηνοτροφία, καπνοκαλλιέργεια). Η δόμηση στους περισσότερους ορεινούς και ημιορεινούς οικισμούς του Ν.Ξάνθης είναι αραιή ή και με σχετικά μέτρια πυκνότητα. Πολλοί από αυτούς αναπτύχθηκαν γραμμικά κατά μήκος της κοίτης ενός χειμάρρου, ενώ κάπου παρατηρούνται και δορυφορικές ομάδες κατοικιών προσαρμοσμένες στη μορφολογία του εδάφους αλλά και στις ιδιαίτερες ανάγκες της κάθε οικογένειας. Κυρίαρχα γνωρίσματα των περισσοτέρων οικισμών είναι η κατασκευαστική λιτότητα, το μικρό μέγεθος, η πολυλειτουργικότητα και η προσθετική ικανότητα. Είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο ένα Πομακικό σπίτι να αλλάζει μέγεθος, διαρρύθμιση και μορφή ανάλογα με την αύξηση των μελών μιας οικογένειας.
Ο χαρακτηριστικότερος τύπος Πομάκικου σπιτιού είναι το διώροφο, ορθογώνιο σπίτι. Τα σπίτια των Πομάκων συνήθως κατασκευάζονταν από τους ίδιους. Οι γυναίκες βοηθούσαν συγκεντρώνοντας τα οικοδομικά υλικά και οι άντρες τοποθετούσαν τους σχιστόλιθους με τέχνη αλείφοντας τα διάκενα με πηλό. Τα οικοδομικά υλικά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του είναι παρμένα από το γύρω χώρο: ξύλο από τα δάση, σχιστόλιθος από τα βουνά, πέτρες από τα ποτάμια. Για τη σκεπή μπορεί να χρησιμοποιηθούν σχιστολιθικές πλάκες, κεραμίδια ή ακόμα κλαριά και άχυρο. Ο σκελετός, τα πατώματα και η στέγη είναι κατασκευασμένα από ξύλο. Τα κενά του σκελετού γεμίζονται με πλίνθους, σπασμένα κεραμίδια και άχυρα, και στη συνέχεια επιχρίονται με ασβεστοκονίαμα (τσατμάς). Οι διαχωριστικοί τοίχοι είναι φτιαγμένοι από πηχάκια με σοβά (μπαγδατί). Το κενό αέρα που μένει ανάμεσα στα πηχάκια έχει θερμομονωτική αξία. Το ισόγειο συνήθως χρησιμοποιούνταν σαν στάβλος, ενώ μια εσωτερική σκάλα οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Η σκάλα είναι απότομη και καταλήγει σε καταπακτή. Ο ημιυπαίθριος χώρος στη νότια πλευρά του σπιτιού (χαγιάτι) λειτουργούσε σαν προθάλαμος που

Σπίτι στο Καλό Νερό. Η πρόσοψη του είναι φτιαγμένη με τσατμά (ξύλινο σκελετό τα κενά του οποίου γεμίζονται με πέτρες).

Τοίχος από τσατμά στο χωριό Έρανος.

Τοίχος από μπαγδατί (ξύλινα πηχάκια με σοβά) στο χωριό Κριός.

Μπαγδατί σε σπίτι στην Καλύβα.
εξυπηρετούσε τις ανάγκες του αερισμού αλλα χρησιμοποιούνταν και σαν ξηραντήριο καπνού και για άλλες αγροτικές εργασίες με μερική προστασία από τα δυσμενή καιρικά φαινόμενα. Το σαχνισί, ξύλινη κατασκευή κλειστού εξώστη, με πολλά παράθυρα, προεκτείνει και ορθογωνίζει το χώρο και εξασφαλίζει περισσότερο ήλιο, αέρα και θέα. Από το σαχνισί μπορεί ο κάτοικος να ελέγξει καλύτερα την πρόσοψη του σπιτιού.
Τα σπίτια θερμαίνονταν από το τζάκι που χρησιμοποιούνταν και για την ετοιμασία του φαγητού. Συχνά, το τζάκι φαίνεται να προβάλλει στο εξωτερικό τμήμα του τοίχου με μια ημικυλινδρική προεξοχή.
Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε δυο λόγια και για τις αγροικίες των Πομάκων (νταμ). Από το Μάιο έως το Νοέμβριο οι Πομάκοι παραθερίζουν στις ορεινές αγροικίες. Δίπλα σ’αυτές βρίσκεται το μαντρί (κολίμπα) και τα χωράφια όπου καλλιεργούνταν πατάτες, σίκαλη, φασόλια, καπνός. Ο Πέτρος Θεοχαρίδης αναφέρει πως:
“η ζωή στα νταμ φαίνεται ότι συνεχίζοταν και κατά το χειμώνα.
Δεν υπήρχαν τότε χωριά. Και πραγματικά όλα τα πομακικά χωριά είναι
νεοδημιουργημένα και η ζωή τους δεν ξεπερνά τα εκατό συνήθως χρόνια.”
Αξίζει ιδιαίτερα να παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο τα παραδοσιακά ορεινά κτίσματα του Ν.Ξάνθης καθορίστηκαν από τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής. Η εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας στο σχεδιασμό της βορειοελλαδικής παραδοσιακής κατοικίας παρουσιάστηκε πολύ ανάγλυφα στις εργασίες των Γ.Ρουκούνη και Μ.Γιαννοπούλου Ρουκούνη, στους οποίους και οφείλονται και οι παρατηρήσεις που ακολουθούν.
Παρά τις διάφορες παραλλαγές κατοικίας που σημειώνονται, ανάλογα με τις ιδιομορφίες της κάθε περιοχής, βλέπουμε να κυριαρχούν παρόμοιοι τρόποι αντιμετώπισης των χαμηλών αλλά και των υψηλών θερμοκρασιών. Ανάμεσα στα σημαντικότερα κοινά χαρακτηριστικά είναι και τα ακόλουθα:

Εσωτερική σκάλα σε σπίτι στο χωριό Πριόνι.

Εσωτερικό Πομακικού σπιτιού στο Λιβάδι.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ
κονάκι: πλουσιόσπιτο γαιοκτήμονα
μουσάντρα: εντοιχισμένο σύνθετο ντουλάπι γιατα στρωσίδια και την οικοσκευή
μπαγδατί: πηχάκια με σοβά για την επένδυση του ξύλινου σκελετού
νταμ: αποθήκη
οντάς: δωμάτιο
πλοκαριά: πλεγμένα κλαδιά και χωματολάσπη για το γέμισμα του ξύλινου σκελετού
σατσάκι: γείσο, προεξοχή στέγης. Κατά συνεκδοχή, υπόστεγο
σαχνισί: κλειστός εξώστης
σοφάς: υπερυψωμένη περιοχή δαπέδου, καθιστικό
τσατμάς: τοίχος από ξύλινο σκελετό γεμισμένο από πέτρες, τούβλα ή λάσπη
χαγιάτι: υπόστεγο στον όροφο ή υπόστυλη προέκταση της αυλής
Σε κάποια παλαιά σπίτια παρατηρούμε ψηλούς λευκούς αυλόγυρους που έδιναν πρόσθετη ασφάλεια στην οικογένεια που κατοικούσε μέσα σε αυτά. Ιδιαίτερα στα νοικοκυρόσπιτα παρατηρούμε πτέρυγες στο σχήμα Γ ή Π και μεγάλο ανοικτό χώρο κάτω από το χαγιάτι. Στον όροφο υπάρχει μεγάλος χώρος υποδοχής επισκεπτών (μουσαφίρ οντάς).

Σκαλιστή πόρτα στο χωριό Καλύβα.
Περιγράφοντας τα ημιορεινά και ορεινά διώροφα νοικοκυρόσπιτα ο Γ.Κίζης επισημαίνει:
“είναι εμφανής η εξελιγμένη τυπολογία της κατοικίας των χρόνων της Τουρκοκρατίας, που συντίθεται από ημιυπαίθριους και κλειστούς ιδιωτικούς χώρους, συνήθως ακολουθώντας τη διζωνική παραθετική διάταξη με το μετωπικό χαγιάτι. Εδώ συναντιέται μια μεγάλη κλιμάκωση μεγεθών, που φτάνει μέχρι το αρχοντόσπιτο του τσιφλικιού και το κονάκι, με την εκάστοτε εξειδίκευση των ημιυπαίθριων χώρων που εξυπηρετούν την υποδοχή, τη θερινή
διαβίωση, αλλά και την οικοτεχνία και την παραγωγή, συνήθως των καπνών. Ακόμα οι θρησκευτικές, εθιμικές ή φυλετικές ιδιαιτερότητες κάθε μικροκοινωνίας εκφράζονται σε επιμέρους στοιχεία της μορφής, της διαρρύθμισης και του εξοπλισμού των σπιτιών (χαμηλοί φράχτες ή ψηλοί μανδρότοιχοι, ανοικτά χαγιάτια ή καφασωτά πετάσματα, ενιαία κάτοψη ή διαχωρισμός φύλων, υπαίθριοι χώροι υγιεινής ή ένθετα λουτρά).Δ. Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΩΝ ΟΡΕΙΝΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ
Στους ορεινούς οικισμούς του Ν. Ξάνθης πολυμελείς οικογένειες ζούσαν μαζί αναπτύσσοντας ιδιότυπους δεσμούς και συνήθειες.Το ηλεκτρικό ρεύμα άργησε να φτάσει εδώ ή δεν έφτασε ακόμα, με καθοριστικά αποτελέσματα για τη ζωή των κατοίκων. Ο τρόπος ζωής δεν διαφοροποιούνταν πολύ από οικισμό σε οικισμό. Τα ρούχα, οι συνήθειες,
ο τρόπος σκέψης των κατοίκων δεν μπορούσε να ξεφυγει από την παράδοση. Η επικοινωνία ανάμεσα στις οικογένειες είχε συγκεκριμένα όρια. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τους ορεινούς οικισμούς του Ν. Ξάνθης συνήθως απουσιάζει ο κεντρικός κοινόχρηστος χώρος, κάτι που υποδηλώνει μια εσωστρέφεια και αυτάρκεια.Το γύρω περιβάλλον προσέφερε τα απαραίτητα για επιβίωση: νερό από τις πηγές, γάλα και δέρματα από τις κατσίκες, κλαριά και ξύλα για το τζάκι. Την κοπριά των ζώων την χρησιμοποιούσαν σαν λίπασμα για τα χωράφια όπου καλλιεργούσαν καλαμπόκι (για το ψωμί τους), φασόλια και πατάτες.
Στα Πομάκικα ορεινά χωριά του Ν. Ξάνθης η γλώσσα που μιλιόνταν κυρίως ήταν η Πομακική, ένα νοτιοσλαβικό γλωσσικό ιδίωμα με τις δικές του ιδιομορφίες που συναπαρτίζεται από λέξεις σλαυικές, τουρκικές και ελληνικές. Το οικονομικό κύκλωμα των Πομάκων ήταν κλειστό με κυρίαρχο χαρακτηριστικό την ανταλλακτική οικονομία. Κύριες ασχολίες των κατοίκων η γεωργία και η κτηνοτροφία και η υλοτομία. Ανάμεσα στα προϊόντα που κυρίως καλλιεργούνταν ήταν το σιτάρι, το κριθάρι, το καλαμπόκι, η σίκαλη, τα όσπρια, οι πατάτες. Η εξάρτηση από την οικονομική ζωή της ευρύτερης περιοχής ήταν ελάχιστη, με εξαίρεση κάποια μορφή εμπορικών επαφών βουνού και πεδιάδας. Ιδιαίτερη έξαρση παρατηρούνταν στην οικονομική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια των ετήσιων γιορτών και των θρησκευτικών πανηγυριών. Τα καρύδια, η ρίγανη, τα εκτρεφόμενα ζώα ήταν προίόντα που μπορούσαν να είναι εμπορεύσιμα.
Μέσα στα σπίτια τους οι Πομάκοι στρώνουν ψάθες στο πάτωμα ή ένα χοντρό χαλί από κατσικίσιες τρίχες ενώ το τζάκι τους χειμερινούς μήνες καίει συνεχώς. Τα οικιακά σκεύη ήταν φτιαγμένα από ξύλο ή χαλκό. Ένα

Εσωτερικό παλιού αρχοντικού στον Καστανίτη.

Όργωμα γης από Πομάκο στο χωριό Ρεματιά των Σατρών.

Στην Κοττάνη

Στο Γιαννοχώριο. Το μουλάρι παραμένει ακόμα βασικό μέσο μεταφοράς σε πολλά ορεινά χωριά.
συνηθισμένο μεσημεριανό φαγητό μπορούσε να περιλαμβάνει σούπα, όσπρια ή πατάτες βραστές με ρύζι. Από την οροφή των σπιτιών κρέμονται γάντζοι όπου μπορούν να κρεμάσουν μικροπράγματα ή και αρμαθιές ξερού καπνού. Στις άκρες των δωματίων τους έχουν νεροχύτη για να πλένονται, ενώ απέναντι από το τζάκι συναντάμε μια μεγάλη ντουλάπα όπου συνήθιζαν να αποθηκεύουν τρόφιμα, ρούχα, σκεύη κλπ. Κάθε τι στην κατάλληλη θέση έτοιμο για χρήση. Τίποτα περιττό, τίποτα άχρηστο.
Σχετικά με την κοινωνική διαστρωμάτωση των ορεινών πληθυσμών ο Α. Λιάπης επισημαίνει:
“Μεγάλη ιδιοκτησία γης στα Πομακοχώρια δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει ούτε
ουσιαστική κοινωνική διαφοροποίηση του πληθυσμού, καθώς οι κοινές
οικονομικές δραστηριότητες (κτηνοτροφικές και γεωργικές) οδηγούν σε μια
μονότονη ομοιογένεια. Η κάθε οικογένεια φρόντιζε για όλες τις ανάγκες
της, από την τροφή μέχρι και την ένδυση.”

Σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο σπιτιού στην Καλύβα.
Ε. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ
ΑΓΕΛΗ
Η Αγέλη απέχει 17 χιλιόμετρα από την Ξάνθη. Είναι κτισμένη σε βουνοπλαγιά με νότιο προσανατολισμό. Τα σπίτια είναι διάσπαρτα και αραιά κτισμένα. Είναι κατασκευασμένα με πέτρες και σκεπάζονταν από κεραμιδοσκεπή με κλίση 20 μοιρών. Το 1920 κατοικούσαν στην Αγέλη 433 άνθρωποι. Η συρρίκνωση του πληθυσμού άρχισε μετά το 1940. Το 1961 οι κάτοικοι είχαν μειωθεί στους 110 και το 1971 στους 37. Το διθέσιο Μειονοτικό Σχολείο Αγέλης έκλεισε από το σχολικό έτος 1966-67.
ΑΕΡΙΚΟ
Βρίσκεται κοντά στο Καστανωτό, σε υψόμετρο 500 μέτρων. Ο οικισμός μετονομάστηκε Αερικό το 1928. Η προηγούμενη ονομασία του ήταν Δρένοβα. Είναι γνωστός από το κάστρο του, παρόμοιο με αυτό της Μυρτούσας και της Καλύβας, που χρονολογείται από τον 3ο - 4ο π.Χ. αιώνα. Δυστυχώς όμως δεν έχουν γίνει ακόμα ανασκαφές από την Αρχαιολογική υπηρεσία όπως στην περίπτωση του κάστρου της Καλύβας. Η απογραφή του 1928 σημειώνει 22 κατοίκους για το Αερικό.
ΑΚΡΑΙΟΣ
Στον Ακραίο (Ντόλιοβο) μπορεί να φτάσει κανείς με αυτοκίνητο από το Ποταμοχώρι. Μόλις διασχίσουμε την παλαιά γέφυρα στην αμμώδη περιοχή Πεστσιβίτα, φθάνουμε στο κάτω μέρος του οικισμού, που έχει δέκα ακατοίκητα σπίτια. Ακριβώς δίπλα περνάει το ποτάμι που κατεβαίνει από τις Σάτρες. Άλλοι δύο μαχαλάδες βρίσκονται ψηλότερα. Το Δημοτικό Σχολείο του Ακραίου, που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στους τρεις μαχαλάδες, έκλεισε το 1988. Την τελευταία χρονιά της λειτουργίας του είχε 6 μαθητές, ενώ το 1983-84 είχε 26 παιδιά. Ελάχιστοι κτηνοτρόφοι κατοικού πλέον στον Ακραίο, ενώ παλαιότερα (1971) ο πληθυσμός του ήταν 202 κάτοικοι.

Το γεφύρι που οδηγεί από τις Σάτρες στο χωριό Ακραίος.

Αγέλη.

Ανθηρό.

Άσκυρα.
ΑΛΙΚΟΧΩΡΙ
Το Αλικοχώρι απέχει τρεις ώρες με τα πόδια από τα Κιμμέρια. Από εδώ περνούσε παλαιότερα ο ταχυδρομικός διανομέας ερχόμενος από τη Ρύμη για να συνεχίσει τη διαδρομή του προς τα Άσκυρα και το Γιαλιστερό και να κατηφορίσει στο Υδροχώρι και από εκεί στο Σούνιο (συνολικά 7.30 ώρες πορεία). Αποτελείται από 12 σπίτια, τα περισσότερα από τα οποία είναι διώροφα. Το 1973 κατοικούσαν εδώ δέκα οικογένειες Πομάκων. Οι απογραφές πληθυσμού σημειώνουν 149 κατοίκους για το 1971 και 24 κατοίκους το 1981.
ΑΝΘΗΡΟ
Όπως δηλώνει και το παλιό όνομα του οικισμού (Ιχτιάρ μαχαλά = γέρικος, παλιός μαχαλάς) πρόκειται μάλλον για τον παλαιότερο οικισμό της περιοχής πάνω από τα Κιμμέρια. Στο Ανθηρό έμεναν 295 κάτοικοι το 1951, οι οποίοι μειώθηκαν στους 103 κατοίκους το 1981. Το 1973 καταγράφονταν ακόμα 22 οικογένειες.To Δημοτικό Σχολείο του Ανθηρού έκλεισε το 1989-90. Κατά το σχολικό έτος 1983-4 φοιτούσαν εδώ 23 μαθητές, ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά ο αριθμός τους έπεσε σε 12.
ΑΣΚΥΡΑ
Το 1973 καταγράφονταν στα Άσκυρα περίπου 25 σπίτια και 25 οικογένειες Πομάκων. Η απογραφή του 1951 σημειώνει 555 κατοίκους πιθανόν συμπεριλαμβάνοντας και τους γύρω μικρότερους οικισμούς. Το 1971 σημειώνονται 164 κάτοικοι, ενώ μόνο 22 το 1991. Παλαιότερα στο σχολείο των Ασκύρων φοιτούσαν 80 περίπου παιδιά. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία ο αριθμός των μαθητών το 1983-84 είχε μειωθεί σε 28 ενώ η τελευταία σχολική χρονιά που λειτούργησε το σχολείο των Ασκύρων ήταν το 1991-92 με 8 μαθητές. Ο χωματόδρομος για τα Άσκυρα κατασκευάστηκε μέσα στη δεκαετία του ‘70.
ΑΧΛΑΔΙΑ
Η Αχλαδιά (ή Κρούσα) βρίσκεται νότια του χωριού Κένταυρος σε υψόμετρο 740 μέτρων. Μπορεί να φτάσει κανείς εκεί είτε από τον Κένταυρο είτε από

Βασιλικά.

Η γέφυρα του Σταμάτη στο Βασιλοχώρι.
την Ξάνθη ακολουθώντας το χωματόδρομο που πηγαίνει από τα μοναστήρια προς το Πανέρι. Ο οικισμός είναι ακατοίκητος.
ΒΑΣΙΛΙΚΑ
Για να φτάσουμε στα Βασιλικά(Πομακικά: Μπρουσόβα) ανηφορίζουμε στο χωματόδρομο από το Λιβάδι και στρίβουμε αριστερά. Συναντάμε μπροστά μας μία μικρή γέφυρα σε μία ρεματιά. Αμέσως μετά βλέπουμε τα χωράφια των Βασιλικών και δεκαπέντε περίπου σπίτια. Η τοποθεσία είναι όμορφη, υπάρχουν πηγές και πλούσια βλάστηση με κυρίαρχες τις βελανιδιές. Μερικά κτίσματα είναι καλοδιατηρημένα, αλλά χωρίς στέγη. Τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά είναι παρόμοια με αυτά των Πομάκικων οικισμών της ευρύτερης περιοχής: πέτρες, ξυλοδεσιές, μικρά ανοίγματα, επίχρισμα. Πρόκειται για μικρό οικισμό και η απογραφή του 1961 κατέγραφε 71 κατοίκους. Το 1974 υπήρχαν ακόμα τρεις οικογένειες Πομάκων. Τώρα δε μένει κανείς εδώ.
ΒΑΣΙΛΟΧΩΡΙ
Κατηφορίζοντας από το Θεοτόκο προς τη Σμίνθη παρατηρούσαμε στην απέναντι πλευρά του ποταμού εγκαταλειμμένα σπίτια. Μερικά στέκουν μόνα τους σε τοποθεσίες που δεν θα μπορούσες να φανταστείς ότι έμεναν κάποτε άνθρωποι. Κάπου πάλι βλεπεις τέσσερα πέντε σπίτια κοντά το ένα στο άλλο. Είναι ο ερημωμένος οικισμός που οι Πομάκοι ονομάζουν Γκάτσκο. Συνεχίζουμε το χωματόδρομο και σε λίγο βλέπουμε να εμφανίζεται απέναντί μας το Βασιλοχώρι. Επτά περίπου οικογένειες παραθερίζουν εδώ για όσο ο καιρός το επιτρέπει. Στην απέναντι όχθη 6-7 σπίτια και από τα ανατολικά άλλα τόσα σκορπισμένα πλάι στα καπνοχώραφα. Στον οικισμό υπήρχαν παλαιότερα δύο γέφυρες. Η μία έχει παρασυρθεί από το ποτάμι και έχει αντικατασταθεί από μια στενή ξύλινη που απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες ισορροπίας για να την περάσεις. Αυτή που διατηρείται είναι η γέφυρα του Σταμάτη, ένα εντυπωσιακό πέτρινο κατασκεύασμα με τρεις αψίδες. Κοντά στο Βασιλοχώρι είναι και η Γέφυρα του Παπά και ένας παλιός νερόμυλος.

Πλησιάζοντας το Γιαλιστερό από τα Άσκυρα.

Περπατώντας μέσα στο Γιαλιστερό.
ΓΙΑΛΙΣΤΕΡΟ
Για να πάει κανείς στο Γιαλιστερό (Καρά τζαλάρ) περνάει πρώτα από τα Άσκυρα και συνεχίζει προς τα αριστερά μέχρι τον οικισμό Γιογκαλού Γκεντίκ. Εκεί ο δρόμος σταματάει και χρειάζεται πεζοπορία μισής περίπου ώρας για να φτάσουμε στον οικισμό. Η διαδρομή έχει εξαιρετική θέα και το απόκρημνο μονοπάτι διασχίζει μια βραχώδη πλαγιά με πολλές βελανιδιές. Στην περιοχή βρίσκουμε επίσης αγριομηλιές, κρανιές, μανιτάρια και βατόμουρα. Στην άγρια πανίδα συμπεριλαμβάνονται λαγοί αλεπούδες, λύκοι, αγριογούρουνα. Το Γιαλιστερό είναι χτισμένο πλάι σε μια ρεματιά και υπάρχουν τριγύρω ανοικτές εκτάσεις κατάλληλες για βοσκοτόπια ή και για καλλιέργειες. Μία καταγραφή του 1973 σημειώνει 25 σπίτια. Από το Γιαλιστερό υπάρχει μονοπάτι που οδηγεί σε μισή ώρα στις Σάτρες. Από τα δεκαπέντε σπίτια που βλέπουμε σήμερα, μόνο το ένα κατοικείται ακόμα από δύο κτηνοτρόφους. Ο λόγος που ανάγκασε τους κατοίκους του χωριού να φύγουν από εκεί είναι η έλλειψη δρόμων και ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά και η μετανάστευση στη Γερμανία για αναζήτηση δουλειάς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας παρατηρείται η ακόλουθη δημογραφική εξέλιξη: 92(1961), 85(1971), 36(1981), 18(1991). Το σχολείο του Γιαλιστερού είχε 4 μαθητές το 1983-84 και λειτούργησε για τελευταία χρονιά το 1985-86 με δύο μαθητές.
ΓΙΑΝΝΟΧΩΡΙΟ
Το Γιαννοχώρι (ή Γιοβάνοβα) βρίσκεται σκαρφαλωμένο σε ένα ύψωμα. Απέχει τρία τέταρτα της ώρας από το χωριό Ακραίος. Η θέα από το Γιαννοχώρι είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή: μπορεί κανείς να δει, σαν από αεροπλάνο, το ποτάμι των Σατρών να ελίσσεται προς τα νότια και γύρω γύρω παντού βουνά. Στο Γιαννοχώριο κατοικούσαν 74 άνθρωποι το 1961 και 50 άνθρωποι δέκα χρόνια αργότερα, ενώ σήμερα έχουν απομείνει μόνο τρεις κάτοικοι. Το Δημοτικό Σχολείο του οικισμού λειτούργησε για τελευταία φορά το 1980 με 6 παιδιά.
ΔΟΥΡΓΟΥΤΙ
Το Δουργούτι αποτελείται σήμερα από 12 σπίτια με νότιο προσανατολισμό. Βρίσκεται σε υψόμετρο 280 μέτρων στην πλαγιά ενός λόφου. Για να φτάσει

Παλιό αλώνι στο Δουργούτι.

Χώρος αποξήρανσης των καπνών στο Δουργούτι.

Μπροστά στο παλιό σχολείο στο Θεοτοκάτο.

Εσωτερικό σπιτιού στο χωριό Έρανος.
κανείς εδώ χρειάζεται να περπατήσει για δυόμισι περίπου ώρες με αφετηρία το χωριό Ακραίος. Στο Δουργούτι έχουν απομείνει μόνο τρεις γέροι. Οι 127 κάτοικοι που έμεναν εδώ το 1961 μειώθηκαν σε 57 το 1981 και σε 22 το 1991. Το Δημοτικό Σχολείο του χωριού έκλεισε το 1984.
ΕΡΑΝΟΣ
Στο Δημοτικό Σχολείο του Εράνου (Οτμάν Γκερί) φοιτούσαν 33 μαθητές το 1983-84, 26 μαθητές το 1986-87 και μόλις 13 μαθητές το 1988-89, οπότε και έκλεισε. Τα απογραφικά στοιχεία μας εμφανίζουν μια πτώση του πληθυσμού από τους 348 κατοίκους(1940) στους 231(1961) και τους 186(1981) στην πλήρη ερήμωση την επόμενη δεκαετία. Το 1973 τα μισά σπίτια του χωριού είχαν ήδη εγκαταλειφθεί.
ΖΑΦΕΙΡΙΟ
Το Ζαφείριο (Αμπαρτζή Ντερέ) είχε παλαιότερα 25 σπίτια. Ήδη από το 1973 τα 9 από τα σπίτια είχαν εγκαταλειφθεί, ενώ κατοικούσαν εδώ 18 οικογένειες. Η απογραφή του 1961 σημειώνει 100 κατοίκους ενώ τις δύο επόμενες δεκαετίες οι κάτοικοι του οικισμού μειώθηκαν στους 74 και 38 αντίστοιχα.
ΘΕΟΤΟΚΑΤΟ
Το Θεοτοκάτο (ή Ταμπακλί) απέχει περίπου μιάμισι ώρα πεζοπορία από το Ακραίο και τρία τέταρτα της ώρας από το Γιαννοχώριο. Σε όλη τη διαδρομή έχουμε καταπληκτική θέα στα δεξιά μας: οι μαίανδροι του ποταμού των Σατρών, ο οποίος ενώνεται πιο κάτω με τον ποταμό Κομψάτο. Από το Θεοτοκάτο μπορεί να συνεχίσει κανείς προς το Δουργούτι και τον Τσαλαπετεινό ακολουθώντας το μονοπάτι που πηγαίνει παράλληλα με τους στύλουςς των τηλεφωνικών καλωδίων. Στο Θεοτοκάτο διατηρούνται περίπου δέκα σπίτια, αλλά κατοικούν σήμερα μόνο 4 άνθρωποι. H απογραφή του 1961 σημειώνει 84 κατοίκους ενώ του 1971 σημειώνει 57. Το Δημοτικό Σχολείο, που ήταν στον ίδιο χώρο με το τζαμί του οικισμού, έκλεισε το 1980.
ΘΕΟΤΟΚΟΣ
Το χωριό Θεοτόκος (Τέου-τόυ) δεν έχει ερημωθεί ακόμα. Αν και ο πληθυσμός του έχει μειωθεί θεαματικά τις τελευταίες δεκαετίες (1940: 168 κάτοικοι, 1991: 42 κάτοικοι), αυτή τη στιγμή συνεχίζουν να μένουν περίπου 40 άνθρωποι και το χωριό έχει έντονα τα σημάδια της ζωής. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους που έφυγαν έχουν εγκατασταθεί στον οικισμό Χρύσα της Ξάνθης. Οι κάτοικοι που παραμένουν εδώ ακόμα ασχολούνται με διάφορες αγροτικές εργασίες. Στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού πηγαίνουν αυτή τη στιγμή 6 παιδιά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας έδωσε το 2ο Γραφείο της Διεύθυνσης Μειονοτικών Σχολείων Ξάνθης, το διθέσιο Δημοτικό Σχολείο είχε κλείσει το σχολικό έτος 1982-83 (αριθμός μαθητών 4) ενώ επανασυστάθηκε με την απόφαση 983/23-11-1987. Σπουδαία ”ένεση” ζωής ήταν ο ερχομός του ηλεκτρικού ρεύματος στο χωριό πριν από δύο χρόνια. Σκαρφαλωμένο σε υψόμετρο 700 μέτρων το χωριό Θεοτόκος στέκει απέναντι από το Ωραίο. Για να φτάσουμε στο Θεοτόκο υπάρχουν δύο δρόμοι. Είτε κατηφορίζουμε από το Ωραίο προς το Ρεύμα (Τσάι μαχαλά) και μόλις περάσουμε το γεφύρι στρίβουμε αριστερά, είτε παίρνουμε από τη Σμίνθη τον αγροτικό δρόμο στα αριστερά πριν από το γεφύρι της Σμίνθης. Μέσα στο Θεοτόκο διακρίνουμε μονοπάτια που οδηγούν από το ένα σπίτι στο άλλο καθώς και μικρά χωράφια. Τα περισσότερα σπίτια είναι σοβατισμένα, διάσπαρτα στην πλαγιά του βουνού. Χαμηλοί φράκτες, μικρές αυλές και πεζούλες εξημερώνουν το ορεινό τοπίο. Πάνω από το Θεοτόκο ο δρόμος συνεχίζει προς τη Καλλιθέα.
ΙΜΕΡΑ
Τα Ίμερα είναι κτισμένα σε υψόμετρο 450 μέτρων κοντά στη Γαλάνη. Ο δρόμος που οδηγεί εκεί είναι αρκετά καλός και συνεχίζει αριστερά προς το Κρωμνικό. Η παλαιά ονομασία τους ήταν Σαλτικλή από κάποιον άρχοντα Σαλή που κατοικούσε εδώ. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922 έφυγαν από εδώ οι Τούρκοι κάτοικοι και εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τα Ίμερα της Τραπεζούντας, οι οποίοι και έδωσαν το νέο όνομα στον οικισμό Τα Ίμερα παρουσιάζουν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Η βορεινή όψη των σπιτιών είναι πέτρινη ενώ στην πρόσοψη χρησιμοποιείται τσατμάς. Σε μερικά κτίσματα δεν υπάρχουν ενδιάμεσες ξυλοδεσιές. Εντυπωσιακές είναι οι εσωτερικές καμάρες που συναντάμε στους τοίχους.

Ίμερα
Καλό Νερό
Σύμφωνα με τα στοιχεία των απογραφών, το 1920 κατοικούσαν εδώ 199 άνθρωποι, ενώ μεγάλη πτώση σημειώνεται από τους 221 κατοίκους το 1940 στους 73 το 1951.
ΚΑΛΛΙΘΕΑ
Η Καλλιθέα βρίσκεται σε υψόμετρο 740 μέτρων. και έχει πανοραμική θέα. Η τοποθεσία όπου είναι κτισμένη βλέπει προς τα νοτιοδυτικά και έτσι έχει το πλεονέκτημα να την βλέπει πάντοτε ο ήλιος. Το έδαφος της περιοχής είναι ορεινό με άφθονα νερά και πολύ πράσινο (καρυδιές, καστανιές, κρανιές). Το χωριό χωρίζεται σε δύο μαχαλάδες. Περπατώντας ανάμεσα στα δρομάκια της Καλλιθέας συναντάμε διάφορα ζώα (άλογα, σκυλιά, αγελάδες) και απολαμβάνουμε το καταπράσινο τοπίο. Το νερό του χωριού είναι πόσιμο. Τα περισσότερα κτίσματα είναι διώροφα και επιμήκη. Έχουν χαγιάτι ανοικτό στο ισόγειο και πολλά παράθυρα στον όροφο. Ο πληθυσμός της Καλλιθέας ανέρχονταν στα 272 άτομα το 1940 για να μειωθεί σταδιακά στους 113 (1961), 61 (1971), 6 1981). Το χωριό εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του γύρω στο 1978. Τώρα έχουν μείνει μόνο δύο ηλικιωμένα άτομα, ένας άνδρας με τη γυναίκα του. Ο άνδρας ζει στην Καλλιθέα από πέντε ετών, αλλά κατάγεται από τον Πειραιά. Παλαιότερα οι κάτοικοι της Καλλιθέας καλλιεργούσαν στα χωράφια τους κυρίως καπνό και σιτάρι ενώ σε δεύτερη θέση έρχονταν το καλαμπόκι, οι πατάτες, η σίκαλη και τα λαχανικά. Το 1961 το χωριό είχε μονοτάξιο δημοτικό σχολείο και τηλέφωνο αλλά η ύδρευσή του ήταν ελλιπής και σχεδιάζονταν η κατασκευή υδραγωγείου. Τότε είχε γίνει και μια προσπάθεια από τη Νομαρχία Ξάνθης για επανοικισμό του χωριού, η οποία, όπως φαίνεται από τα στατιστικά στοιχεία δεν απέδωσε τους αναμενόμενους καρπούς.
ΚΑΛΟ ΝΕΡΟ
Το Καλό Νερό βρίσκεται κοντά στο Καρυόφυτο και τον Καστανίτη και πήρε το όνομά του από την ποιότητα του νερού της πηγής που βρίσκεται κοντά στον οικισμό. Η πρόσβαση με αυτοκίνητο είναι δύσκολη, ιδιαίτερα τις μέρες που υπάρχει υγρασία ή μετά από βροχή, πρόβλημα που αντιμετώπισε και η δική μας ομάδα. Αυτό όμως δε σταμάτησε τη θέλησή μας για την εξερεύνηση του χωριού. Το χωριό είναι χτισμένο πάνω σε πλαγιά σε σταθερό έδαφος. Tριγύρω βελανιδιές και πλατάνια, αναρριχώμενα φυτά και αγκάθια. Τα σπίτια είναι όλα φτιαγμένα από πέτρα και ξύλο και οι σοβάδες έχουν ένα χαρακτηριστικό χρώμα. Ορισμένα σπίτια διατηρούνται σχετικά καλά. Στο μεγαλύτερο σπίτι μπορεί να διακρίνει κανείς τη λειτουργικότητα των χώρων και την ύπαρξη ξεχωριστών σταύλων, εξωτερικής τουαλέτας και φούρνου. Στον οικισμό υπάρχει μία βρύση πρόσφατα κτισμένη. Ένας σωλήνας οδηγεί κάτω από τον οικισμό. Πιθανόν να χρησιμοποιούνταν για την ύδρευση χωραφιών. Συναντήσαμε μόνο κυνηγούς στην έρημη περιοχή. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ένα από τα οικοδομήματα έχει ανακαινιστεί και διατηρείται πολύ καλά. Φαίνεται ότι κάποιοι ακόμα εκτιμούν την ομορφιά του Καλού Νερού...
ΚΑΛΟΤΥΧΟ
Παλιότερα για να φτάσει κανείς στο Καλότυχο (Ουρλού) χρειάζονταν έξι ώρες δρόμο από τις Σάτρες ή από τη Μέδουσα. Σήμερα οι ελάχιστοι κάτοικοι που μένουν εδώ μεταφέρουν τις προμήθειες και τις ζωοτροφές από ένα χωματόδρομο δύο ώρες πιο κάτω που οδηγεί στον Ίασμο. Η τοποθεσία που είναι κτισμένο το Καλότυχο είναι πολύ όμορφη. Καθώς ανηφορίζει κανείς εδώ από τον Τσαλαπετεινό ο δρόμος φαίνεται ατέλειωτος (τρεις ώρες) αφού το χωριό δε φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα. Είναι καλά κρυμμένο πίσω από τα βουνά σε ελάχιστη απόσταση από τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Μεγάλη βοήθεια στον προσανατολισμό δίνουν οι κολόνες με τα τηλεφωνικά καλώδια που έρχονται από Σάτρες-Δουργούτι και οδηγούν στο Καλότυχο. Ακόμα κι αν χάσει κανείς το μονοπάτι μπορεί να ακολουθήσει την κατέυθυνση των καλωδίων. Στο Καλότυχο μπορούμε να πάμε και από το Λυκότοπο. Η απόσταση είναι τρεις ώρες, αλλά το μονοπάτι, που πηγαίνει παράλληλα με τη μεθοριακή γραμμή και σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από αυτή, δεν είναι τόσο ευδιάκριτο, καθώς δεν χρησιμοποιείται συχνά. Στο Καλότυχο καταλαβαίνουμε αμέσως ότι υπήρχε μεγάλη άνθιση κατά το παρελθόν. Οι ντόπιοι μας είπαν πως στην ακμή του το Καλότυχο φιλοξενούσε 280 οικογένειες. Ο πληθυσμός του χωριού είχε φθάσει τους 1000 κατοίκους το 1951 για να μειωθεί απότομα στους 572 το 1961 και στους 188 δέκα χρόνια μετά. Σήμερα μένουν μόνο τέσσερεις οικογένειες. Οι περισσότεροι κάτοικοι έχουν κατεβεί στον κάμπο, στην περιοχή Ιάσμου - Κοπτερού - Αμαξάδων. Στο Δημοτικό Σχολείο του οικισμού υπήρχαν 25 μαθητές το 1979-80, 12 μαθητές το

Αλώνι στο Καλότυχο.

Τριώροφο αρχοντικό στην Καλύβα.
1983-84, 8 μαθητές το 1985-86 και 4 μαθητές κατά την τελευταία χρονιά λειτουργίας του, το 1986-87. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει στο Καλότυχο να επισκεφθεί κανείς το τζαμί που βρίσκεται δίπλα στο Δημοτικό Σχολείο. Για να φτάσουμε εκεί περνάμε ένα όμορφο μικρό γεφύρι που έχει πάνω του μια αραβική επιγραφή. Οι ντόπιοι μας είπαν πως το γεφύρι πρέπει να είναι ηλικίας περίπου 150 χρόνων. Ακριβώς δίπλα στο σχολείο υπάρχει ένα δωμάτιο που παλιότερα χρησιμοποιούνταν σαν καφενείο. Εκεί βλέπουμε και το κίτρινο ταχυδρομικό κουτί. Όταν ερχόνταν ακόμα στο χωριό ταχυδρομείο κάποιοι ηρωϊκοί ταχυδρόμοι, έκαναν αυθημερόν τη διαδρομή Σάτρες-Καλότυχο-Σάτρες (12 ώρες) με τα πόδια!
ΚΑΛΥΒΑ
Στην Καλύβα φτάνουμε σε 14 χιλιόμετρα από το χωριό Νεοχώρι. Το χωριό χωρίζεται σε δύο συνοικισμούς με υψομετρική διαφορά εκατό περίπου μέτρων μεταξύ τους. Στον πάνω συνοικισμό διακρίνονται 15 περίπου κτίσματα, ενώ στον κάτω περίπου 20 σε αραιή διάταξη. Τέσσερα χιλιόμετρα περίπου πριν φτάσουμε στους οικισμούς συναντάμε το κάστρο της Καλύβας σε υψόμετρο 627 μέτρων. Kατασκευάστηκε από το Φίλιππο Β τον 4ο αιώνα π.Χ. σε θέση απ’ όπου να μπορεί να ελέγχει την ευρύτερη περιοχή. Σχετικά με το πόσο παλαιό είναι το χωριό Καλύβα αξίζει να αναφέρουμε τη μαρτυρία ενός πρώην κατοίκου σύμφωνα με την οποία είχε βρει στο σπίτι που έμεναν ένα κεραμίδι με το αποτύπωμα μιας ανθρώπινης παλάμης και την ημερομηνία 1772. Στον πάνω συνοικισμό υπάρχει ένα εντυπωσιακό τριώροφο αρχοντικό. Τριγύρω του λάκκοι σκαμμένοι από χρυσοθήρες, οι οποίοι έχουν προκαλέσει και φθορές σπάζοντας τμήματα του οικοδομήματος, αναζητώντας θησαυρό. Στην πάνω Καλύβα επίσης υπήρχε τζαμί. Στον κάτω συνοικισμό συναντάμε την εκκλησία του Προφήτη Ηλία που χτίστηκε το 1936. Ο ναός έχει συντηρηθεί σε καλή κατάσταση και με έξοδα του Πολιτιστικού Συλλόγου Καλύβας έγινε διαμόρφωση του προαύλιου χώρου της εκκλησίας. Στο μικρό νεκροταφείο λίγο πιο κάτω υπάρχουν έξι χριστιανικοί τάφοι, δύο από τους οποίους γράφουν το έτος 1969. Το χωριό Καλύβα ερημώθηκε γύρω στο 1970. Το 1920 ζούσαν εδώ 152 τουρκόφωνοι κάτοικοι. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, εκείνοι έφυγαν και εγκαταστάθηκαν εδώ Πόντιοι από την περιοχή της Σινώπης. Το 1940 ζούσαν στην Καλύβα 172 άνθρωποι. Το 1954 φοιτούσαν στο Δημοτικό Σχολείο της Καλύβας 32 παιδιά. Όμως ήδη από τη δεκαετία του 1950 άρχισε το πρώτο κύμα φυγής, που ολοκληρώθηκε μέσα στα είκοσι επόμενα χρόνια. Προορισμός η Γερμανία και τελική εγκατάσταση η περιοχή της Διομήδειας και του Πετεινού Ξάνθης. Η απόσταση από το Νεοχώρι με το μονοπάτι ήταν περίπου τρεις ώρες. Ο χωματόδρομος κατασκευάστηκε το 1964. Η Καλύβα είναι γεμάτη οπωροφόρα δένδρα: καρυδιές, κερασιές, φουντουκιές, βούβες(άγρια μούσμουλα). Μέχρι το 1940-45 λειτουργούσε στον κάτω συνοικισμό ένας νερόμυλος.
ΚΑΠΝΟΑΝΘΟΣ
Ο Καπνόανθος απέχει περίπου 90 λεπτά πεζοπορία από τον Κένταυρο. Ο οικισμός είχε 15 σπίτια το 1973. Οι απογραφές σημειώνουν τα παρακάτω στοιχεία για τους μόνιμους κατοίκους: 14(1961), 7(1971), 6(1981), 0(1991).
ΚΑΣΤΑΝΙΤΗΣ
Ο Καστανίτης είναι κτισμένος αμφιθεατρικά σε πλαγιά, σε υψόμετρο 550 μέτρων. Προσφυγικό χωριό ο Καστανίτης, κατοικούνταν από Τούρκους πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών και τον ερχομό των προσφύγων από το Βόσπορο. Πήρε το όνομά του από τις πολλές καστανιές της περιοχής. Μέσα στον Καστανίτη βλέπουμε μεγάλα σπίτια, κτισμένα σε απόσταση το ένα από το άλλο. Το σχήμα τους είναι επίμηκες ενώ πολύ συνηθισμένο είναι το ανοικτό χαγιάτι στο ισόγειο. Οι καμινάδες έχουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες απολήξεις και τα ταβάνια είναι πολύ χαρακτηριστικά. Κάποτε στο σχολείο του Καστανίτη φοιτούσαν 76 παιδιά. Οι 281 κάτοικοι που είχε ο Καστανίτης το 1920 έπεσαν θεαματικά μετά τον πόλεμο στους 127 το 1961 και στους 24 το 1971.
ΚΑΣΤΑΝΩΤΟ
Στο Καστανωτό (Μπόεβα) πηγαίνουμε από την Πασχαλιά, ακολουθώντας το δρόμο προς το Χαλέπι και στρίβοντας αριστερά. Το 1920 ζούσαν στο Καστανωτό 315 κάτοικοι, ενώ μετά τον πόλεμο παρατηρούμε τη σταδιακή εγκατάλειψη του χωριού: 1951:148, 1961:111, 1971:0 κάτοικοι.

Καστανίτης.

Ο ποταμός Κομψάτος λίγο πριν την Κοττάνη.
ΚΕΤΙΚΙΟ
Η απογραφή του 1961 σημειώνει 130 κατοίκους ενώ το 1971 σημειώνονται 145 κάτοικοι και 39, δέκα χρόνια αργότερα. Η Καταγραφή της Πολιτιστικής Κληρονομιάς του 1973 αναφέρει 32 οικογένειες και 35 κατοικίες καθώς και την ύπαρξη παλιού σχολείου.
ΚΟΡΥΦΗ
Η Κορυφή (Σάριλαρ) απέχει περίπου μιάμισι ώρα πεζοπορία από το Κορφοβούνιο. Σήμερα έχει απομείνει εδώ μόνο ένας τσοπάνης. Οι 82 κάτοικοι που έμεναν στον οικισμό το 1961 μειώθηκαν στους 37 το 1981 και στους 12 δέκα χρόνια αργότερα.Το 1968-69 φοιτούσαν στο Δημοτικό Σχολείο Κορυφής 17 μαθητές, ενώ η επόμενη σχολική χρονιά ήταν η τελευταία της λειτουργίας του, με 12 μαθητές.
ΚΟΡΦΟΒΟΥΝΙΟ
Το Κορφοβούνιο απέχει είκοσι περίπου λεπτά από το Πολύσκιο. Βρίσκεται στη συμβολή τριών ρεμάτων. Σήμερα μπορεί κανείς να διακρίνει έξι σπίτια και μία στάνη με ελάχιστους ανθρώπους στη μία πλευρά του μικρού ποταμού, ενώ απέναντι ακριβώς βρίσκεται το καλά διατηρημένο τζαμί και το σχολείο. Μία τσιμεντένια γέφυρα συνδέει τις δύο πλευρές του οικισμού. Το Δημοτικό Σχολείο του Κορφοβουνίου λειτούργησε για τελευταία χρονιά το 1973-74 με 10 μαθητές, ενώ είχε 16 μαθητές το 1969-70. Η απογραφή του 1961 σημείωνε 66 κατοίκους στο Κορφοβούνιο ενώ η απογραφή του 1971 σημείωνε 42 κατοίκους.
ΚΟΤΤΑΝΗ
Ο δρόμος που συνδέει την Κοττάνη με τη Μέδουσα φτιάχτηκε μόλις πριν τις νομαρχιακές εκλογές του 1998. Το ενδιαφέρον στην Κοττάνη είναι ότι αποπνέει από την πρώτη στιγμή τη βεβαιότητα της επερχόμενης ερήμωσης. Μπορεί να περπατούν ακόμα άνθρωποι στα στενά σοκάκια του χωριού, μπορεί ο ιμάμης να ανεβαίνει στην ώρα του για την προσευχή, μπορεί κάποιες

Κορφοβούνιο.

Κούνδουρος.
γέρικες φιγούρες να ξετρυπώνουν πίσω απ’ τις σκιές των παραθύρων, αλλά δε φαίνεται να υπάρχει ελπίδα για το μέλλον του οικισμού.
Λίγο πριν φτάσουμε στον κυρίως οικισμό συναντάμε το συνοικισμό Ομάλι ακριβώς πάνω από τον ποταμό Κομψάτο. Έξι σπίτια χτισμένα σε θέση οχυρή και στο κέντρο μία βρύση. Η ηλικία των σπιτιών, απ’ ότι μας λένε εδώ, πρέπει να είναι περίπου τριακόσια χρόνια. Πάνω από το χωριό Κοττάνη διακρίνουμε ένα μουσουλμανικό παρεκκλήσι (τεκέ), που πάνω του έχει μια τεράστια κοτρώνα. Με την πρώτη ματιά μοιάζει αδύνατο για τον ανθρώπινο νου να συλλάβει πώς μπορεί αυτή η πέτρα να ανέβηκε εκεί, αφού δεν υπάρχει κάποιο σημείο απ’ όπου θα μπορούσε να έπεσε. Οι ντόπιοι λένε πως εκεί την έβαλε ο Θεός. Βέβαια, αν παρατηρήσει κανείς ψηλότερα, θα δει στην κορφή της πλαγιάς κάποια βράχια, απ’ όπου θα μπορούσε να έχει αποκολληθεί ο ογκόλιθος. Πολύ κοντά στην Κοττάνη έχουν βρεθεί χριστιανικοί τάφοι (πλάκες που βλέπουν προς την ανατολή) και πιστεύεται ότι εκεί κατοικούσαν παλαιότερα Χριστιανοί. Νέους στο χωριό δεν συναντάς. Σκορπίστηκαν σ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας να δουλέψουν σε οικοδομές ή πήγαν σε ναυπηγεία στη Γερμανία με καλό μεροκάματο. Το Δημοτικό Σχολείο Κοττάνης έκλεισε το 1980. Κατά το σχολικό έτος 1978-79 φοιτούσαν εδώ 9 μαθητές, ενώ δύο χρόνια πιο πριν ο αριθμός τους ανέρχονταν σε 19.
ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ
Για να φτάσουμε στον Κούνδουρο (Κιουριακλέρ) περπατάμε περίπου μία ώρα από την Κοττάνη. Οι πέντε κάτοικοι που έχουν απομείνει διατηρούν κάποια ζώα, αγελάδες και κατσίκες. Το παλιό τζαμί έχει μετετραπεί σε κατοικία. Ιδιαίτερα εμφανής είναι η επίδοση των κατοίκων στη συλλογή χόρτου πάνω σε θημωνιές, τις οποίες κατασκευάζουν πάνω σε δέντρα, για να διατηρούνται στεγνές. Το Δημοτικό Σχολείο του οικισμού
είχε 13 παιδιά το 1976-77, ενώ έκλεισε δύο χρόνια αργότερα με 9 μαθητές.ΚΡΙΟΣ
Στον Κριό (Κοτσουλού) μπορεί να φτάσει κανείς εύκολα στρίβοντας δεξιά στο χωματόδρομο που πηγαίνει στο Λυκοδρόμιο. Το 1940 κατοικούσαν εδώ 96 κάτοικοι, οι οποίοι μειώθηκαν σε 60 το 1951 και σε 41 το 1971, πριν την τελική ερήμωση του οικισμού δέκα χρόνια αργότερα.
ΚΡΩΜΝΙΚΟ
Επισκεφτήκαμε το Κρωμνικό με τον Ορειβατικό Σύλλογο Ξάνθης. Η πεζοπορία μας ξεκίνησε από το χωριό Κομνηνά. Για να φτάσει κανείς στο Κρωμνικό υπάρχουν δύο τρόποι: Ο πρώτος τρόπος είναι ένα μονοπάτι που διασχίζει τα βουνά, και ο δεύτερος τρόπος είναι ένας χωματόδρομος με υπέροχη θέα προς την κοιλάδα του Νέστου αλλά τριπλάσιος σε απόσταση. Φτάνοντας στο Κρωμνικό βλέπουμε πρώτα απ’ όλα την καίρια γεωγραφική θέση που
κατέχει το χωριό. Στην μέση υπήρχε ο κεντρικός δρόμος και στο πάνω μέρος το σχολείο καθώς και η εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα που έχει ξανακτιστεί πρόσφατα. Ο κεντρικός δρόμος κατηφορίζει προς μια μικρή ρεματιά. Τα κτίρια είναι κτισμένα σε βαθμίδες και από τις δύο πλευρές του μονοπατιού. Στο χωριό εντοπίσαμε ένα πηγάδι και δύο βρύσες, που έχουν όμως στερέψει τελείως πια. Το Κρωμνικό δεν ήταν τελείως απομονωμένο παλαιότερα γιατί υπήρχε λίγο πιο κάτω σιδηροδρομικός σταθμός. Παρ’όλα αυτά οι κάτοικοι του Κρωμνικού άρχισαν χρόνο με το χρόνο να φεύγουν γιατί οι καιρικές συνθήκες εκεί είναι πολύ άσχημες κατά τους χειμερινούς μήνες ακόμα και για κάποιον που έχει συνηθίσει τη ζωή των βουνών. Αναζητώντας λοιπόν άλλα μέρη, καλύτερες δουλειές και πιο εύκολη ζωή, οι κάτοικοι του χωριού το εγκατέλειψαν. Τώρα βρίσκει εκεί κανείς μόνο κάποιους βοσκούς κατά τους ζεστούς μήνες του χρόνου. Μέχρι το 1923 στο Κρωμνικό κατοικούσαν μόνο Τούρκοι. Υπήρχαν τότε περίπου 200 τουρκικές οικογένειες. Εκείνη τη χρονιά άρχισαν να φθάνουν οι πρόσφυγες από τον Πόντο. Οι Έλληνες πρόσφυγες συμβίωσαν για μερικούς μήνες με τους Τούρκους. Όταν έφυγαν οι Τούρκοι οι Έλληνες μετέτρεψαν το τζαμί σε εκκλησία στη μνήμη του Αγίου Παντελεήμονος.ΛΙΒΑΔΙ
Το Λιβάδι (πομακ. Σλανβέ) βρίσκεται σε υψόμετρο 430 μέτρων. Το Λιβάδι απέχει από την Ξάνθη περίπου 13 χιλιόμετρα. Δίπλα στο Λιβάδι βρίσκεται ο οικισμός Βασιλικά ή Μπρουσόβα και κάτω από το Λιβάδι βρίσκεται η Πλαγιά. Το χειμώνα μένουν εδώ 3 κάτοικοι και το καλοκαίρι 10 περίπου κτηνοτρόφοι. Οι συνθήκες του τόπου επέτρεπαν να καλλιεργούνται στο Λιβάδι πατάτες, φασόλια, κρεμμύδια, καπνός κυρίως για ίδια κατανάλωση. Παλιά στο Λιβάδι υπήρχαν 40 οικογένειες με 5 τουλάχιστον παιδιά η κάθε μία. Επίσης υπήρχε

Μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα στο Κρωμνικό.

Λιβάδι.

Κτηνοτρόφος στο Λίβα.

Παλιό τζαμί στο Λίβα.
στο χωριό σχολείο, το οποίο όμως έχει κλείσει εδώ και 10 χρόνια. Τα περισσότερα σπίτια είναι μισογκρεμισμένα. “Γιατί έφυγαν οι άνθρωποι;” ρωτήσαμε τους κτηνοτρόφους που συναντήσαμε στο Λιβάδι. “Δεν υπάρχει ρεύμα, δρόμος και τηλέφωνο”, μας απάντησαν. “Τα χωράφια δεν έχουν παραγωγή. Οι κάτοικοι δεν είχαν χρήματα. Πήγαν στην Αθήνα, τη Ρόδο, τη Σάμο, τη Χίο και την Ξάνθη για να βρουν κανενα μεροκάματο”. Το μεγάλο κύμα φυγής άρχισε πριν μία δεκαετία και σε 3 χρόνια είχαν φύγει όλοι από το χωριό. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, το Δημοτικό Σχολείο του χωριού είχε 50 μαθητές το 1984-85, 19 μαθητές το 1987-88, 6 μαθητές το 1990-91, ενώ λειτούργησε για τελευταία χρονιά το 1992-93 με έναν μαθητή.
ΛΙΒΑΣ
Κατηφορίζουμε από τον Κένταυρο προς το Πανέρι και μετά από τεσσεράμισι χιλιόμετρα στρίβουμε προς τα αριστερά. Είναι ο χωματόδρομος που οδηγεί στον οικισμό Λίβας (Άιβατζικ). Από ψηλά ξεχωρίζουν τα πέντε μεγάλα κτήρια που διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση. Ένα από αυτά (το ψηλότερο) ήταν το τζαμί που προβάλλει σαν πύργος στην πλαγιά του βουνού. Παλιότερα υπήρχαν εδώ τουλάχιστον σαράντα σπίτια, κάτι που φαίνεται και από την απογραφή του 1920 που σημειώνει 139 κατοίκους. Φαίνεται ότι η τάση για εγκατάλειψη του οικισμού άρχισε πριν τον πόλεμο, εφόσον ήδη μέχρι το 1940 ο πληθυσμός του Λίβα είχε γίνει ο μισός. Στο Λίβα συναντήσαμε τρείς άνδρες που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Μας αντιμετώπισαν με επιφύλαξη, αν όχι με καχυποψία, κάτι ασυνήθιστο για τους κατοίκους της ορεινής Ξάνθης, που συνήθως διακρίνονται για τη φιλοξενία τους.
ΛΙΒΕΡΑ
Τα Λιβερά βρίσκονται σε υψόμετρο 450 μ. δίπλα στον ποταμό Νέστο. Φτάνουμε εδώ πολύ εύκολα από το χωματόδρομο που περνάει από τα Κομνηνά. Στην ευρύτερη περιοχή μπορεί κανείς να συναντήσει ένα κοπάδι από περίπου 30 άγρια άλογα που μετακινούνται από το Κρωμνικό μέχρι τα Λιβερά. Ένα μονοπάτι συνδέει το χωριό με το Σιδηροδρομικό Σταθμό των Λιβερών. Σε απόσταση 20 λεπτών από τα Λιβερά υπάρχει ένα ενδιαφέρον σπήλαιο. Σήμερα τα Λιβερά είναι εγκαταλειμμένα. Το 1940 ο πληθυσμός του πάνω και του κάτω συνοικισμού μαζί έφθανε τους 477 κατοίκους. Από τότε άρχισε η σταδιακή εγκατάλειψη. Σε δύο δεκαετίες ο πληθυσμός είχε πέσει στους 208 κατοίκους και στη δεκαετία του ‘70 επήλθε η πλήρης ερήμωση.
ΛΥΚΟΒΟΥΝΙ
Το Λυκοβούνι (Ασικλάρ) απέχει δύο περίπου χιλιόμετρα από το Χαλέπι και βρίσκεται σε υψόμετρο 300 μέτρων. Είναι κτισμένο σε δύο παρυφές λόφων που τις διασχίζει ένα ρέμα. Στο Λυκοβούνι μπορεί κανείς να μετρήσει είκοσι περίπου σπίτια, τα περισσότερα γκρεμισμένα. Φτάνοντας στο Λυκοβούνι από το Χαλέπι προβάλλει μπροστά μας το σχολείο, εγκαταλειμμένο από τη δεκαετία του ‘70. Σύμφωνα με μια μαρτυρία ενός παλαιού κατοίκου του χωριού, τα παιδιά του Χαλεπίου και του Λυκοβουνίου άλλαζαν κάθε χρόνο σχολείο και μετακινούνταν από το ένα σχολείο στο άλλο. Ακριβώς δίπλα στο σχολείο υπάρχει ένα ημιτελές νεότερο κτίσμα. Πρόκειται για ένα ξωκκλήσι του οποίου η ανέγερση ξεκίνησε αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Στο Λυκοβούνι συναντήσαμε έναν κτηνοτρόφο με πολλά σκυλιά. Στο ψηλότερο σημείο του χωριού υπάρχει ένα τριώροφο σπίτι, όπου προφανώς κατοικούσε κάποιος Τούρκος άρχοντας πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών. Mετά το 1922 εγκαταστάθηκαν εδώ πρόσφυγες από τη Μπάφρα και τη Σαμψούντα της Μαύρης Θάλασσας, Τα ξύλινα μέρη του σπιτιού αυτού σαπίζουν σιγά σιγά ενώ στον πάνω όροφο εντυπωσιάζουν οι σκαλιστές ντουλάπες και η όλη διάταξη. Σύμφωνα με τις απογραφές, στο Λυκοβούνι κατοικούσαν 62 κάτοικοι το 1920, ενώ η ερήμωσε επήλθε μετά το 1961.
ΛΥΚΟΤΟΠΟΣ
Μια ανηφόρα χωρίζει το Λυκότοπο (Κουρτσαλάρ) από τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Φτάνουμε στον οικισμό μετά από ανάβαση σαράντα λεπτών από τον Κούνδουρο. Πρώτα ξεπροβάλλουν μπροστά μας πέντε σπίτια, ενώ μόλις φτάσουμε βλέπουμε οτι υπάρχουν αρκετά ακόμα στο πλάτωμα. Μας υποδέχεται ένας ηλικιωμένος κύριος που ονομάζεται Αλή και μας ξεναγεί στον οικισμό. Όπως μας λέει πολύ παλιά λειτουργούσε εκεί δημοτικό σχολείο που έκλεισε όμως το 1939. Τότε ζούσαν εδώ 20 οικογένειες. Στα νεώτερα χρόνια γνωρίζουμε ότι κατά το σχολικό έτος 1983-84 υπήρχαν εδώ 8 μαθητές, ενώ για τελευταία χρονιά λειτούργησε το σχολείο το 1984-85 με 2 μαθητές.

Κάτοικος του Λυκοτόπου.

Χειμώνας στο Λυκότοπο.
ΜΑΚΑΡΙΟ
Το Μακάριο βρίσκεται σε υψόμετρο 650 περίπου μέτρων, στους πρόποδες του βουνού Τσαλ. Ερημωμένο ήδη από το 1951, το Μακάριο δίνει πλέον μια εικόνα θανάτου, καθώς μόνο ερείπια μπορεί κανείς να συναντήσει. Σχεδόν όλα τα σπίτια έχουν καταστραφεί με την πάροδο του χρόνου. Τα ελάχιστα κτίρια που στέκονται ακόμα όρθια έχουν μετατραπεί σε μαντριά. Στο νοτιοανατολικό μέρος του οικισμού υπάρχει ένα μουσουλμανικο νεκροταφείο. Εκεί μετρήσαμε περισσότερους από 200 τάφους. Λίγο πιο πέρα έχει δημιουργηθεί μια μικρή τεχνητή λίμνη, προφανώς για το πότισμα των ζώων. Τα περίπου 40 σπίτια που υπήρχαν στο Μακάριο ήταν χτισμένα αριστερά και δεξιά ενός ρέματος, του οποίου η κοίτη είχε διαμορφωθεί σαν μονοπάτι. Στον οικισμό είχαν κατασκευαστεί τρία τουλάχιστον πηγάδια. Αυτή τη στιγμή μένει στο Μακάριο μόνο κάποιος τσοπάνος.
ΜΑΡΓΑΡΙΤΙ
Το Μαργαρίτι βρίσκεται σε όμορφο περιβάλλον, σε υψόμετρο 760 μέτρων. Η τοποθεσία όπου είναι χτισμένο το Μαργαρίτι βλέπει προς τα ανατολικά και είναι κατάλληλη για καλλιέργεια αφού το έδαφος είναι γόνιμο. Στο πάνω μέρος του χωριού υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Εδώ κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Νικολάου γίνεται κάθε χρόνο η συνάντηση των απανταχού Μαργαριτιωτών. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού οργανώνει γιορτή. Σε όλους τους παρευρισκόμενους προσφέρεται ένα παραδοσιακό φαγητό, το κεσκέκι, το οποίο αποτελείται από σιτάρι, κοτόπουλο και κατσικάκι. Προπολεμικά κατοικούσαν εδώ 345 κάτοικοι(1920). Το 1971 είχαν απομείνει 129 άνθρωποι, οι οποίοι εγκατέλειψαν σχεδόν εξ ολοκλήρου το μέρος το 1980. Το γεγονός ότι αρκετοί έχουν επιλέξει το Μαργαρίτι για να κατασκευάσουν μοντέρνα εξοχικά σπίτια δίνει μία από τις δυνατότητες αξιοποίησης τέτοιων οικισμών. Βέβαια το στοιχείο που απουσιάζει είναι ο σεβασμός στην παράδοση. Θα έπρεπε όσοι κτίζουν σε τέτοια μέρη να συμμορφώνονται με τα ιστορικά, φυσικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του ευρύτερου χώρου.

Πότισμα των ζώων στο Μακάριο. Στο βάθος η κορυφή Τσαλ.

Μαργαρίτι.
ΜΥΡΤΟΥΣΑ
Η Μυρτούσα βρίσκεται στο δυτικό άκρο του Νομού Ξάνθης, σε υψόμετρο 470 μέτρων. Πριν το 1926 ονομάζονταν Μπουρατσίκ. 99 κάτοικοι έμεναν εδώ το 1920 και 88 το 1961. Σημαντική μείωση του πληθυσμού σημειώθηκε στις τρεις επόμενες δεκαετίες: 27 (1971), 17 (1981), 12(1991).
ΟΡΕΣΤΙΝΗ
Μετά από επτά περίπου χιλιόμετρα χωματόδρομο απο τη διασταύρωση προς το Λυκοδρόμιο βρεθήκαμε στο χωριό Ορεστινή (Κιόρεστεν). Μπαίνοντας στο χωριό βλέπεις εκτάσεις με καπνά και κάποια μελίσσια. Αυτό σου δίνει το σημάδι πως ζουν κάποιοι εδώ, έστω και λίγοι. Λίγα μέτρα πιο πέρα υπάρχουν δύο σπίτια. Μετά από τα σπίτια υπάρχουν όπως είναι φυσικό μονοπάτια. Παίρνοντας το ένα μονοπάτι σε λίγο βρίσκεσαι σε μια βρύση και λιγο αργότερα στο τζαμί, δίπλα στο σχολείο. Μπήκαμε στο τζαμί και παρατηρήσαμε το μέρος. Το πάτωμα ήταν όλο σκεπασμένο με πολύχρωμα χαλιά. Δίπλα στο τζαμί υπήρχε ένας τάφος. Το σχολείο εγαταλειμμένο. Τα θρανία και ο πίνακας της μιας και μοναδικής τάξης έμειναν όπως ακριβώς ήταν πριν από πολλά χρόνια. Σε ένα άλλο δωμάτιο βρήκαμε έγγραφα και εγκυκλίους. Μέσα σ’ αυτά απολογισμοί εσόδων-εξόδων, χάρτες, αλλά και ενδεικτικά με χρονολογία 1974-75. Όταν το σχολείο έκλεισε το σχολικό έτος 1981-82, οι δύο μαθητές που είχαν απομείνει πήγαιναν περπατώντας στην Ισαία. Λίγο πιο μακριά από το σχολείο υπάρχουν άλλα πέντε σπίτια. Περπατώντας ακόμα περισσότερο φτάνουμε στην άκρη του χωριού. Κάποια σκυλιά, πεινασμένα και παραμελημμένα όπως φάνηκε, γύρευαν λίγα χάδια. Ένας από τους λίγους κατοίκους που μένουν στο χωριό μας είπε ότι ο ηλεκτρισμός έφτασε εδώ πριν από πέντε χρόνια.
ΠΑΝΕΡΙ
Στο Πανέρι (Σεκίζ πενέρ) μπορούμε να πάμε και από τον Κένταυρο και από το χωματόδρομο της Παναγίας στην Ξάνθη. Το Πανέρι (ή τα Πανέρια όπως τα λένε οι Ξανθιώτες) είναι σκαρφαλωμένο σε υψόμετρο 720 μ. Κατοικείται μόνο τους θερινούς μήνες. Η απογραφή του 1928 σημειώνει 96 κατοίκους, ενώ στις δύο τελευταίες απογραφές ο πληθυσμός ήταν: 64 (1981), 0 (1991).
ΠΑΣΧΑΛΙΑ
Η Πασχαλιά που καταγράφουμε εδώ είναι ο παλιός συνοικισμός της Πασχαλιάς, που βρίσκεται αρκετά ψηλότερα από το νέο συνοικισμό. Στο νέο συνοικισμό κατέβηκαν οι κάτοικοι γύρω στο 1971. Όπως αναφέρει ο Τ.Κοντογιαννίδης “στα τέλη του περασμένου αιώνα γύρω στο 1897, σημειώθηκαν μεγάλες καταστροφικές πλημμύρες, με αποτέλεσμα τα ορμητικά νερά του ποταμού να παρασύρουν τον ένα οικισμό και να τον εξαφανίσουν και να προκαλέσουν μεγάλες ζημιές στους άλλους δύο. Μάλιστα τότε πνίγηκαν περίπου 15 άτομα, ανάμεσα στα οποία και μικρά παιδιά. Από τις πλημμύρες εκείνες υπέστη σοβαρές ζημιές και το εργοτάξιο της γαλλοϊταλικής εταιρίας που κατασκεύαζε τις σιδηροδρομικές γραμμές. Αμέσως μετά, οι Τούρκοι κάτοικοι του χωριού έκτισαν νέο οικισμό προς την πλαγιά του βουνού και του έδωσαν το όνομα “Μπαϊραμλί” από την θρησκευτική γιορτή των Μωαμεθανών”. Ανηφορίζοντας στο μονοπάτι προς την παλιά Πασχαλιά περνάμε πρώτα από τη μισογκρεμισμένη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που, όπως φαίνεται, ήταν τζαμί πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών. Στην παλιά Πασχαλιά συναντάμε κυρίως ερείπια από εβδομήντα περίπου σπίτια. Μόνο δύο από αυτά διατηρούνται κάπως. Στον οικισμό ζούσαν 446 κάτοικοι το 1940. Όπως μας είπαν οι ντόπιοι, πολλά υπέφερε η Πασχαλιά από τις επιδρομές των Βουλγάρων και αργότερα από τις παράνομες ανασκαφές διαφόρων κυνηγών του κρυμμένου θησαυρού...
ΠΕΛΕΚΗΤΟ
Με τα πόδια το Πελεκητό (Καρά τσικούρ) απείχε τρεις ώρες από τους Αμαξάδες Ροδόπης. Στο Πελεκητό κατοικούσαν 79 άνθρωποι το 1971, οι οποίοι μειώθηκαν στις δύο επόμενες δεκαετίες σε 70 και 7 αντίστοιχα. Η Καταγραφή Πολιτιστικής Κληρονομιάς του 1973 αναφέρει την ύπαρξη 18 οικογενειών και αντίστοιχου αριθμού κατοικιών.Το Δημοτικό Σχολείο του οικισμού είχε 8 μαθητές το 1983-84 και έκλεισε το σχολικό έτος 1985-86.
ΠΛΑΓΙΑ
Ο οικισμός Πλαγιά (Πέβα) χρονολογείται από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Βρίσκεται σε ένα ιδιαίτερα όμορφο ορεινό περιβάλλον. Δρόμος που να οδηγεί

Σπίτια μελών της ίδιας οικογένειας κτισμένα κατά μήκος κολλητά το ένα στο άλλο στην Πλαγιά.

Στο Πολύσκιο (πάνω Μαχαλάς).

Ακρογωνιαίοι λίθοι στο Πολύσκιο.

Τοπίο στο ψηλότερο τμήμα του Πολύσκιου.
στην Πλαγιά δεν υπάρχει. Παλαιότερα χρησιμοποιούνταν το μονοπάτι από τα Κιμμέρια. Εμείς κατηφορίσαμε στον οικισμό από το Λιβάδι. Όπως δηλώνει και το όνομα του, ο οικισμός είναι χτισμένος σε μια πλαγιά, πάνω από μία ρεματιά. Αυτή τη στιγμή διατηρούνται όρθια ένδεκα κτίσματα. Ένα από αυτά είναι ένα τεράστιο ορθογώνιο διώροφο σπίτι που στέγαζε επτά οικογένειες. Είναι χαρακτηριστική περίπτωση σπιτιού που τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε καθώς η οικογένεια μεγάλωνε, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μία μικρή συγγενική κοινότητα (“αδερφομοίρια”), μία οριζόντια “πολυκατοικία”. Τα σπίτια της Πλαγιάς είναι πέτρινα και στους δύο ορόφους, σκεπασμένα με κεραμίδια σοβατισμένα και ασβεστωμένα. Τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας σημειώνουν 56 κατοίκους για το 1971. Ο οικισμός πρέπει να εγκαταλείφθηκε εδώ και τουλάχιστον 15 χρόνια.
ΠΟΛΥΣΚΙΟ
Το Πολύσκιο (Σόουτζακ) απλώνεται σε μεγάλη έκταση κατά μήκος μιας πλαγιάς και ουσιαστικά αποτελεί ενιαίο οικισμό με το Κορφοβούνιο που βρίσκεται είκοσι λεπτά χαμηλότερα μέσα στο ρέμα. Ο κακός χωματόδρομος που οδηγεί από τις Σάτρες προς το Πολύσκιο δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα και χρειάζεται περίπου μισή ώρα κατάβαση για να φτάσει κανείς στα πρώτα γκρεμισμένα σπίτια. Η τοποθεσία του οικισμού είναι πολύ όμορφη με τη θέα του ποταμού να κυλάει λίγο πιο κάτω. Στο Δημοτικό Σχολείο του Πολύσκιου φοιτούσαν 24 παιδιά το 1976-77,
ενώ ο αριθμός τους μειώθηκε σε 15, δύο χρόνια αργότερα, οπότε και λειτούργησε το σχολείο για τελευταία φορά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας προπολεμικά οι κάτοικοι του Πολύσκιου ξεπερνούσαν τους 300, ενώ απότομη πτώση παρουσιάστηκε από το 1971 (128 κάτοικοι) στο 1981 (45 κάτοικοι). Σήμερα μόνιμοι κάτοικοι είναι μόνο δύο κτηνοτρόφοι, αλλά υπάρχουν και κάποιοι ακόμα που διαμένουν στις Σάτρες αλλά έχουν ζώα στην περιοχή.ΠΟΡΤΑ
Αξίζει να αναφέρουμε ότι το καλοκαίρι παραθερίζουν εδώ τουλάχιστον 15 οικογένειες που προτιμούν το βουνό από τη θάλασσα. Αν και δεν έχει έρθει ακόμα ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό, παρατηρείται κάποια οικοδομική δραστηριότητα, είτε για την επισκευή των παλιών σπιτιών είτε για την κατασκευή καινούργιων. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σημειώσουμε το

Πόρτα.

Πομάκισσα στο Πριόνι.
δρομολόγιο που ακολουθούσε ο ταχυδρόμος δύο φορές την εβδομάδα για να καλύψει τη ευρύτερη περιοχή. Ξεκινούσε με τα πόδια από τα Κιμμέρια και πήγαινε στον Έρανο, το Ανθηρό, την Πόρτα, το Πριόνι και κατηφόριζε προς τα Βασιλικά και το Λιβάδι για να επιστρέψει στα Κιμμέρια (συνολικά 3.30 ώρες). Ο πληθυσμός της Πόρτας είχε φτάσει τους 322 κατοίκους το
1951 για να μειωθεί στους 145 το 1981 και στους 8 το 1991. Το 1983-84 υπήρχαν στο Δημοτικό Σχολείο της Πόρτας 12 μαθητές, ενώ το επόμενο σχολικό έτος ήταν και το τελευταίο της λειτουργίας του με 9 μαθητές.ΠΡΙΟΝΙ
Το Πριόνι (πομακ. Κιόστρα) ήταν αρκετά μεγάλος οικισμός. Υπήρχαν εδώ τζαμί, σχολείο, καφενείο, παντοπωλείο. Τα περίπου 50 σπίτια βρίσκονται ακόμα σε καλή κατάσταση. Η απόσταση από τα Κιμμέρια είναι λίγα μόνο χιλιόμετρα και ο χωματόδρομος σε σχετικά καλή κατάσταση. Με τα πόδια η απόσταση από τα Κιμμέρια ήταν δύο ωρών πεζοπορία. Στο Πριόνι ανθεί ακόμα η κτηνοτροφία. Κατσίκες, πρόβατα, σκυλιά, γαϊδούρια συναντάμε από τη μία άκρη ως την άλλη. Στο τέλος της δεκαετίας του ‘70 το Πριόνι είχε ξεπεράσει τους διακόσιους κατοίκους, οι οποίοι όμως το εγκατέλειψαν μαζικά στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Οι περισσότεροι κατέβηκαν προς τα Κιμμέρια, ενώ πολλοί μετανάστευσαν σε άλλα μέρη της Ελλάδας και του Εξωτερικού αναζητώντας δουλειά. Η απογραφή του 1981 σημειώνει 229 κατοίκους ενώ η αμέσως επόμενη απογραφή αποτυπώνει την ξαφνική εγκατάλειψη που συντελέστηκε μέσα σε μια δεκαετία. Το Δημοτικό Σχολείο του χωριού είχε 53 μαθητές το 1983-84, 31 μαθητές το 1986-7 και 4 μαθητές τη χρονιά που έκλεισε(1989-90).
ΡΕΜΑΤΙΑ
Στη Ρεματιά σήμερα μπορούμε να φτάσουμε με αυτοκίνητο από τις Σάτρες ακολουθώντας το δρόμο που βρίσκεται στα δεξιά της μεγάλης γέφυρας στο κέντρο των Σατρών. Η απόσταση από τις Σάτρες είναι πολύ μικρή. Η εντύπωση που σχηματίζουμε είναι ότι ο οικισμός απλώνονταν σε μεγάλη έκταση κατά μήκος του χειμμάρου. Στο Δημοτικό Σχολείο της Ρεματιάς φοιτούσαν 12 μαθητές το 1983-84. Το Σχολείο έκλεισε το 1990-91. Αυτή τη στιγμή κατοικούν στη Ρεματιά μόνο δύο οικογένειες. Έχει ενδιαφέρον να

Σεμέλη.

Αρχοντικό στη Σεμέλη.
παρατηρήσουμε ότι προπολεμικά(1928) ο πληθυσμός της Ρεματιάς έφθανε τους 414 κατοίκους ενώ μεγάλη πτώση παρατηρήθηκε στη δεκαετία του ‘50.
ΡΥΜΗ
Η Ρύμη (Μπόκλουτζα) είναι κτισμένη σε ορεινή πλαγιά και σε υψόμετρο 500 μέτρων. Φτάνουμε εκεί ακολουθώντας το χωματόδρομο βόρεια από τα Φίλλια. Τα σπίτια του χωριού ήταν κτισμένα από πέτρες, ξύλο και τσιμέντο. Στη Ρύμη είναι ακόμα πρόσφατα τα σημάδια της εγκατάλειψης, η οποία συντελέστηκε στις δεκαετίες
του ‘70 και ‘80. Σύμφωνα με τις απογραφές κατοικούσαν εδώ 257 κάτοικοι το 1951, ενώ το 1981 ο αριθμός είχε πέσει στους 94. Το Δημοτικό Σχολείο της Ρύμης έκλεισε το σχολικό έτος 1984-85. Δύο χρόνια νωρίτερα φοιτούσαν εδώ 13 παιδιά.
ΣΕΜΕΛΗ
Η Σεμέλη είναι κτισμένη σε πλαγιά λόφου και έχει νότιο προσανατολισμό. Το γύρω περιβάλλον είναι θαμνώδες. Γενικά ο οικισμός παρουσιάζει ενδιαφέρον από άποψη παραδοσιακών χαρακτηριστικών. Το 1974 υπήρχαν εδώ 31 σπίτια τα περισσότερα διώροφα. Στο κέντρο του οικισμού υπάρχει πλατεία με σχολείο και τζαμί με εντυπωσιακό μιναρέ. Στη Σεμέλη κατοικούσαν 298 άνθρωποι το 1940 που μειώθηκαν σε 127 το 1961 και σε 39 το 1991.Το διθέσιο Μειονοτικό Σχολείο Σεμέλης έχει καταργηθεί από το Μάρτιο του 1981.
ΣΙΔΗΡΟΠΕΤΡΑ
Η Σιδηρόπετρα (Δεμίρ τας) απέχει ένα χιλιόμετρο από το Σταυροχώρι. Και τα δύο χωριά είχαν παραδοσιακά κτίσματα. Όμως, ενώ στο Σταυροχώρι τα παλιά σπίτια επισκευάστηκαν και κτίστηκαν και νέες πολυτελείς οικοδομές, η Σιδηρόπετρα ερημώθηκε. Μεχρι πριν λίγα χρόνια παραθέριζε κάποιος κάτοικος εδώ. Τώρα ο συνοικισμός είναι εντελώς έρημος. Τα σπίτια του είναι σκορπισμένα και ανάγονται στην εποχή, πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών, που κατοικούνταν από Τούρκους. Ο προσανατολισμός της Σιδηρόπετρας είναι νοτιοανατολικός. Όλα τα σπίτια έχουν τετράριχτη στέγη με κλίση 30 μοιρών.Το 1940 ο πληθυσμός του χωριού είχε φτάσει τους 241 κατοίκους για να μειωθεί θεαματικά σε 128 το 1961 και σε 44 το 1971. Η ερήμωση είχε ήδη αγγίξει και τη Σιδηρόπετρα.
ΣΤΑΜΑΤΙΟ
Το Σταμάτιο δίνει περισσότερο την εικόνα κάποιας ομάδας σπιτιών παρά συγκροτημένου οικισμού. Βρίσκεται ένα χιλιόμετρο περίπου πριν το Θεοτόκο. Διακρίνεται σε δύο μαχαλάδες. Ο μαχαλάς στα δεξιά του δρόμου έιναι χτισμένος πάνω σε μία κορυφή. Εκεί συναντήσαμε τρεις κτηνοτρόφους. Μας είπαν ότι πριν από δύο μήνες μία αρκούδα επιτέθηκε σε μία αγελάδα τους και τη σκότωσε. Στο ψηλότερο σπίτι του οικισμού κάποτε κατοικούσαν τέσσερεις οικογένειες. Τώρα έχει μετατραπεί σε στάβλο. Το χειμώνα στο Σταμάτιο παραμένει ένας κτηνοτρόφος. Στον οικισμό δεν υπάρχει ρεύμα. Το διθέσιο Μειονοτικό Σχολείο Σταματίου έκλεισε το σχολικό έτος 1966-67.
ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ο Τσαλαπετεινός ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ορεινά χωριά. Κτισμένος δίπλα στον ποταμό Κομψάτο, απέχει δύο ώρες από τον Κούνδουρο, μία από το Δουργούτι και τρεις ώρες από το Καλότυχο. Αν ακολουθήσουμε το μονοπάτι από τον Κούνδουρο, σε μία περίπου ώρα συναντάμε μία παλιά γέφυρα, η οποία δυστυχώς έχει φαγωθεί στις πλευρές της και αν δεν γίνουν κάποια έργα συντήρησης θα καταρρεύσει. Στον Τσαλαπετεινό σήμερα έχουν απομείνει περίπου είκοσι σπίτια και τέσσερεις κάτοικοι. Τα στοιχεία των απογραφών μας δείχνουν μια απότομη μείωση του πληθυσμού από το 1951 (682 κάτοικοι) στο 1961 (188 κάτοικοι). Το Δημοτικό Σχολείο του Τσαλαπετεινού είχε 3 μαθητές το 1983-84, ενώ έκλεισε το 1985. Το 1981 ο αριθμός των κατοίκων είχε πέσει στους 47.
ΤΣΟΥΚΑ
Η Τσούκα (Ιμοράντα) απέχει δυόμισι περίπου ώρες πεζοπορίας από το Κορφοβούνιο και μία περίπου ώρα από το Δουργούτι. Κοντά στην Τσούκα υπάρχει μια παλιά γέφυρα. Οι κάτοικοι του οικισμού ήταν 105 το 1961 και 55 το 1971. Σήμερα μένουν εδώ μόνο δύο άνθρωποι.

Στάνη στον Τσαλαπετεινό.

Τσαλαπετεινός.

Η περιβαλλοντική ομάδα στο Υδροχώρι.

Η ομάδα στο Υδροχώρι.
ΥΔΡΟΧΩΡΙ
Όταν επισκεφτήκαμε το Υδροχώρι ο καιρός είχε βελτιωθεί μετά από ένα δεκαήμερο κακοκαιρίας. Ο δρόμος ήταν αρκετά δύσβατος και το χιόνι είχε παγώσει. Πριν φτάσουμε στο Υδροχώρι περάσαμε από μια περιοχή που οι Πομάκοι ονομάζουν Γκελίν μεζάρ (ο τάφος της νύφης). Ο θρύλος λέει ότι κάποτε μετέφεραν μία νύφη από τη Βουλγαρία προς τον κάμπο και η πομπή σταμάτησε στην τοποθεσία αυτή για ξεκούραση. Όμως εκεί η νύφη εξαφανίστηκε. Αυτοί που τη συνόδευαν βρήκαν στην τοποθεσία εκείνη αίμα. Από τότε το μέρος αυτό έγινε τόπος προσκυνήματος και κτίστηκε ένα μουσουλμανικό κτίσμα. Το Υδροχώρι βρίσκεται σε καλή γεωγραφική θέση, σε μια πλαγιά ανάμεσα σε δύο ρέματα, και χωρίζεται στον πάνω και στον κάτω μαχαλά. Το έδαφος είναι ορεινό και αρκετά δύσβατο. Όλα τα σπίτια είναι κτισμένα με πέτρες με τον ίδιο παραδοσιακό τρόπο. Διασχίζουμε τη ρεματιά και ανηφορίζουμε προς το κίτρινο κτίριο του παλιού Δημοτικού σχολείου. Συναντάμε πρώτα μια βρύση που έχει στερέψει. Γύρω μας μισογκρεμισμένα σπίτια. Μέσα σ’ αυτά μπορεί κανείς να βρει ακόμα ίχνη ζωής: σκισμένα ρούχα, παντόφλες, σκεύη μαγειρικής, γεωργικά εργαλεία, εργαλεία για να γνέθουν μαλλί. Παρατηρήσαμε ότι τα παράθυρα των σπιτιών είχαν κάγκελα για προστασία. Μερικά από τα σπίτια έχουν εξωτερικό φούρνο ενώ βλέπουμε σε κάποιο και ένα μικρό σπιτάκι για σκύλο. Το σχολείο του χωριού είναι νεώτερο κτίσμα με δύο αίθουσες μαθήματος και ένα γραφείο στη μέση. Στο γραφείο υπάρχουν ακόμα μισοκαμμένα χαρτιά και παλιά υπουργικά διατάγματα. Είναι βέβαιο ότι το σχολείο κτίστηκε στο πιο ψηλό σημείο του χωριού για ένα σημαντικό λόγο: είναι το πρώτο κτίσμα που αγγίζουν οι ακτίνες του ήλιου το πρωί και έτσι θερμαίνεται γρηγορότερα. Δίπλα ακριβώς βρίσκεται το τζαμί. Μέσα στο τζαμί υπάρχουν πολλά υφαντά που τα έχουν βάλει στα παραθυρα για να μην υγρανθούν στο πάτωμα. Σε όλο το Υδροχώρι υπάρχουν περίπου πενήντα σπίτια, τα περισσότερα στον πάνω μαχαλά. Κατηφορίζοντας στον κάτω μαχαλά συναντήσαμε τους μοναδικούς κατοίκους του χωριού: ένα άντρα και μια γυναίκα. Ζουν εκεί από παιδιά και μας εξήγησαν ότι η ζωή στο Υδροχώρι το χειμώνα δεν είναι εύκολη. Σε λίγο θα φύγουν και εκείνοι από το χωριό. Όπως μας είπε ο ηλικιωμένος άντρας (που ονομάζεται Αζίμ) πριν από 60 χρόνια ζούσαν εκεί περίπου 66 οικογένειες. Στην κάτω άκρη του κάτω μαχαλά υπάρχει μια βρύση με άφθονο νερό. Φεύγοντας από το Υδροχώρι συναντήσαμε τέσερεις Πομάκους που ετοίμαζαν παστουρμά. Είχαν γδάρει μία γίδα σε λεπτές φέτες, την έδεσαν με σύρματα πάνω σε ένα ξύλινο πλαίσιο και άναψαν μια φωτιά στη μέση. Μετά από τέσερεις περίπου ώρες ο παστουρμάς θα ήταν έτοιμος. Ο ένας από τους Πομάκους μας είπε ότι το Δημοτικό σχολείο του Υδροχωρίου το 1979 είχε 85 παιδιά με ένα δάσκαλο και ένα χότζα. Στην Καταγραφή Πολιτιστικής Κληρονομιάς του 1973 καταγράφονται 62 σπίτια στο Υδροχώρι. Η απογραφή του 1971 σημειώνει 274 κατοίκους στο Υδροχώρι και 192 κατοίκους για το 1981. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία το 1983-84 το σχολείο του Υδροχωρίου είχε 27 παιδιά, ενώ για τελευταία χρονιά λειτούργησε το 1987-88 με 6 μαθητές.
ΧΑΛΕΠΙ
Η κοντινότερη πρόσβαση στο Χαλέπι είναι από το Καπνόφυτο του Ν.Δράμας. Μπορούμε όμως να πάμε εκεί και από την Πασχαλιά, από την οποία απέχει 8 χιλιόμετρα. Το Χαλέπι διακρίνεται στον παλαιό συνοικισμό, που βρίσκεται ψηλότερα, και στον νέο, που βρίσκεται χαμηλότερα. Στον παλαιό συνοικισμό ζουν σήμερα μόνο τρεις οικογένειες. Τα σπίτια είχαν πόρτες που έβλεπαν προς την ανατολή και αυλές που περιτριγυρίζονταν από ψηλούς τοίχους.Το 1961 ο συνολικός πληθυσμός στο Χαλέπι ανέρχονταν στους 108 κατοίκους. Το ηλεκτρικό ρεύμα φτάνει μέχρι εδώ και ο δρόμος είναι σε καλή κατάσταση. Το παλιό δημοτικό σχολείο, που έκλεισε πριν από δεκαπέντε χρόνια, βρίσκεται δίπλα στο νεκροταφείο. Η εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή. Στο Χαλέπι εγκαταστάθηκαν κάτοικοι από τη Μαύρη Θάλασσα μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Κυψέλες στην Κοττάνη.

Ετοιμόρροπο σπίτι στον Κούνδουρο.
ΣΤ. ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ
ΤΩΝ ΟΡΕΙΝΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΟΥ Ν.ΞΑΝΘΗΣ
Περπατώντας ανάμεσα στα γκρεμισμένα σπίτια νοιώθει κανείς οι τόποι να στοιχειώνονται από φαντάσματα. Ακούει τις φωνές των ανθρώπων που έζησαν εκεί, το κλάμμα των μωρών που γεννήθηκαν, το νανούρισμα της μάννας, το τραγούδι του ερωτευμένου. Οι άνθρωποι των ορεινών οικισμών πάλεψαν σε όλη τους τη ζωή με τις δυστροπίες της φύσης και κατάφεραν να εξημερώσουν μέρη άγρια και δυσπρόσιτα. Με
μόχθο, ευρηματικότητα και υπομονή κατάφεραν πολλά βασισμένοι σε λίγα. Όταν αυτοί οι άνθρωποι πήραν την απόφαση αν φύγουν από τη γη των παπούδων τους είχε πια ωριμάσει μέσα τους η ελπίδα πως αλλού θα ζήσουν πιο ανθρώπινα, αυτοί και τα παιδιά τους. Κατέβηκαν λοιπόν στις πόλεις για να μπορούν να δουλέψουν, τα παιδιά να μορφωθούν, να ξεφύγουν από την αγωνία της καθημερινής επιβίωσης.Ανάμεσα στις αιτίες της εγκατάλειψης των ορεινών οικισμών μπορούμε να αναφέρουμε την έλλειψη εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής για τη χρήση γης, την ανεργία, την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, την αλλαγή του τρόπου ζωής. Στις ορεινές περιοχές οι δρόμοι άργησαν να γίνουν ή δεν έχουν γίνει ούτε και τώρα. Το τραγελαφικό είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έγιναν αμέσως μετά την ερήμωση των οικισμών ή όταν η απελπισία είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της, έτσι που ο δρόμος αντί να συγκρατήσει τον πληθυσμό διευκόλυνε τη φυγή του (βλ. τους οικισμούς της περιοχής Κιμμερίων). Ολόκληρες οικογένειες συγκεντρώνουν ό,τι έχουν και εγκαταλείπουν τους τόπους που γεννήθηκαν. Πολλοί φεύγουν στο εξωτερικό (κυρίως Γερμανία), άλλοι μαζεύονται στην Ξάνθη ή στα κοντινότερα κεφαλοχώρια. Άλλοι πάλι ζητούν δουλειά στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη ή άλλες πόλεις της Ελλάδας.
Αναζητώντας τις ρίζες και την εξέλιξη της εγκατάλειψης των ορεινών οικισμών, βλέπουμε ότι οδηγούμαστε τουλάχιστον τέσσερεις δεκαετίες πιο πίσω. Από τη μια άκρη της ως την άλλη η ορεινή Ελλάδα ερημώνει. Οι τελευταίοι άνθρωποι που είχαν απομείνει φεύγουν κι αυτοί προς τα αστικά κέντρα. Στα άγρια
βουνά απλώνεται και πάλι η αρχέγονη σιωπή τους. Η ανάσα των χωριών αργοσβήνει, η παραμικρή ελπίδα χάνεται.Πολλοί μιλούν για μια τελειωμένη υπόθεση, για ένα θάνατο μη αναστρέψιμο. Οι διάφορες υπηρεσίες, στο όνομα των προτεραιοτήτων, αποδέχθηκαν την εγκατάλειψη χωρίς να έχουν ερευνήσει τις αιτίες της και χωρίς να έχουν αναζητήσει εναλλακτικές προτάσεις. Και σίγουρα πολλά θα μπορούσαν να γίνουν τόσο για την προστασία του φυσικού και τεχνητού περιβάλλοντος όσο και για την οικονομική και ήπια τουριστική ανάπτυξη των ορεινών περιοχών. Η μετατόπιση ευθυνών από τον ένα αρμόδιο στον άλλο, συνηθισμένη πρακτική στον τόπο μας, δεν θα ωφελούσε πλέον κανέναν. Επιτέλους οι κρατικές υπηρεσίες θα πρέπει να δώσουν το παρόν.
Μπορούμε ίσως να κλείσουμε το κεφάλαιο των διαπιστώσεων με μία φράση ενός από τους τελευταίους κατοίκους της Ορεστινής, που ισχύει όμως και για τους περισσότερους οικισμούς: “Σαράντα χρόνια πιο μπροστά αν φέρνανε ρεύμα και δρόμο δε θάφευγε κανένας”.

Υδροχώρι.
Ζ. ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΩΝ ΟΡΕΙΝΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ
Η διάσωση των παραδοσιακών οικισμών δεν σημαίνει απλά
και μόνο διάσωση κάποιων αισθητικών στοιχείων της παράδοσης
που εξακολουθούν να θεωρούνται ωραία, αλλά ανάπλαση
των διαδικασιών μέσα από τις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να είναι
περισσότερο συμφιλιωμένος με τον εαυτό του και το περιβάλλον του.
Μάρω Γιαννοπούλου-Ρουκούνη
Ανάμεσα στις προτάσεις των ερευνητών του Υ.Χ.Ο.Π. το 1982 σημειώνονταν για τους ορεινούς οικισμούς Καλλιθέα, Μαργαρίτι, Καστανίτη, Καλύβα, Σιδηρόπετρα και Αγέλη τα ακόλουθα:
“...παρ’ όλο που το κέλυφος διατηρείται, η αναβίωση είναι προβληματική γιατί είναι εγκαταλειμμένοι ή υπό εγκατάλειψη. Επειδή οι οικισμοί αυτοί είναι ορεινοί σ’ ένα φυσικό περιβάλλον καταπράσινο και υγιεινό, προτείνουμε να χρησιμοποιηθούν τα εγκαταλειμμένα σπίτια για δημιουργία ορεινών παραθεριστικών κέντρων, κυρίως για παιδιά και ηλικιωμένους ή και από ορειβατικούς συλλόγους. Εκτός από την επισκευή των κτισμάτων σ’ αυτούς είναι απαραίτητη και η βελτίωση των δρόμων πρόσβασης.”
Προτάσεις σαν αυτές έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, αρκεί να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Το βέβαιο είναι ότι, εάν πιστεύουμε στη σημασία της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς αυτού του τόπου, θα πρέπει να το αποδείξουμε με συγκεκριμένα έργα: θα πρέπει η πολιτεία να κάνει πιο εύκολη την πρόσβαση στα ορεινά χωριά (κατασκευή και συντήρηση δρόμων), να κάνει τη ζωή ανθρώπινη στα δυσπρόσιτα μέρη (φως, νερό, τηλέφωνο), να δώσει οικονομικά κίνητρα για την ανοικοδόμηση των παραδοσιακών οικιών και, όπου αυτό είναι εφικτό, να καταστρώσει συγκεκριμένα σχέδια ανακατασκευής των πιο αξιόλογων οικοδομημάτων και ήπιας αξιοποίησης τους (με τη μορφή του οικοτουρισμού ή άλλο τρόπο) ώστε να καταφέρει να αναζωογονήσει τόπους και μνήμες που δεν άξιζε να πεθάνουν. Η νεκρανάσταση βέβαια θα αποτελούσε, στις περισσότερες περιπτώσεις, μια ρομαντική ουτοπία. Και εμείς μιλάμε από τη σκοπιά των κατοίκων της πόλης που σε μεγάλο βαθμό αγνοούν τις δυσκολίες της ορεινής διαβίωσης. Μπορούμε πάντως να πούμε πως αυτή η τάση αστικής συσσώρευσης που οδήγησε στο γιγάντωμα των πόλεων και στην απονέκρωση της υπαίθρου δεν μπορεί παρά να συνεχιστεί, αν δεν υπάρξουν συγκεκριμένα μέτρα και πρωτοβουλίες που να αναστρέψουν το ρεύμα. Και τέτοιες πρωτοβουλίες δεν πρόκειται να υπάρξουν αν δεν τις πιστέψουμε πρώτα. Αν συνεχίσουμε να στηρίζουμε ένα μοντέλο ανάπτυξης δίχως προγραμματιοσμό και δίχως σεβασμό στην παράδοση είναι βέβαιο πως γρήγορα η μελέτη των ορεινών οικισμών σε λίγο θα αποτελεί αντικείμενο μόνο της αρχαιολογίας.
Εμείς σαν Περιβαλλοντική Ομάδα νοιώσαμε την πίκρα και το αίσθημα εγκατάλειψης των ανθρώπων που αναγκάστηκαν να φύγουν απ’ τα χωριά τους. Πολλοί μας είπαν ότι οι αρχές του τόπου τους θυμούνταν μόνο πριν τις εκλογές, για να τους δώσουν υποσχέσεις που θα έμεναν υποσχέσεις και μόνο.
Εμείς θα θέλαμε να κάνουμε κάποιες συγκεκριμένες προτάσεις:
1. η δυνατότητα πρόσβασης και η κατάσταση του οδικού δικτύου,
2. η αντιπροσωπευτικότητα των οικισμών ως προς την πληθυσμιακή τους
σύσταση και τη γεωγραφική περιοχή,
3. τα αρχιτεκτονικά τους χαρακτηριστικά (τύποι κατοικίας κλπ),
4. ο βαθμός διατήρησης των οικοδομημάτων και το κόστος επισκευών και
συντήρησης.
Αποτελεί ιερή υποχρέωσή μας απέναντι στην ιστορία μας και τον πολιτισμό μας να καταλάβουμε, πέρα από οποιουσδήποτε συναισθηματισμούς, ότι οι καιροί μπορεί να αλλάζουν, αλλά κάποιες αξίες πρέπει να παραμένουν αναλλοίωτες. Η άγρια φύση πρέπει να προστατευτεί και μαζί της ο πολιτισμός που δημιούργησαν οι κάτοικοι των ορεινών οικισμών σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον. Πρέπει να καταλάβουμε ότι κάθε φορά που γκρεμίζεται ένα παραδοσιακό γεφύρι, κάθε φορά που καταρρέει ένα σπίτι ηλικίας τριακοσίων χρόνων, κάθε φορά που ρημάζει ένα ξωκκλήσι, ρημάζει μαζί και η αξιοπρέπειά μας κι ο τόπος μας απομένει πιο φτωχός. Και φταίμε όλοι γι αυτό. Το αύριο δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στο χθες. Γιατί όταν οι λαοί χάνουν τη μνήμη τους χάνουν και την πολιτιστική τους ταυτότητα.


Στο μονοπάτι από τον Ακραίο προς το Γιαννοχώρι (Νικόλαος Κόκκας).
Η. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ, ΠΕΖΟΠΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ
Πολλοί από τους παραδοσιακούς οικισμούς της ορεινής Ξάνθης παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για επίσκεψη με αυτοκίνητο, πεζοπορία ή ακόμα και για την πραγματοποίηση εκπαιδευτικών επισκέψεων γνωριμίας με την πολιτιστική κληρονομιά και την ορεινή χλωρίδα και πανίδα.
1. Επισκέψεις με αυτοκίνητο
Λόγω της κακής βατότητας των περισσοτέρων δασικών δρόμων, αποτελεί συχνά ταλαιπωρία για το αυτοκίνητο η κίνηση σε δρόμους λασπωμένους, παγωμένους ή και γεμάτους λακκούβες και πέτρες, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες. Όμως ο επισκέπτης ανταμοίβεται από την ομορφιά του ορεινού τοπίου. Μερικές διαδρομές που μπορούν να γίνουν με αυτοκίνητο είναι οι ακόλουθες:
2. Πεζοπορικές διαδρομές
3. Εκπαιδευτικά προγράμματα
Κάστρο Καλύβας- Καλύβα - Λειβαδίτης - Καταρράκτης
Πομακοχώρια Κιμμερίων
Στενά Νέστου
Ποταμός Κομψάτος
Ο βιότοπος της Αρκούδας
Δάσος Χαϊντού-Αρκουδόρεμα
Γεφύρια - Νερόμυλοι

Λυκότοπος.

Πόρτα στο Δουργούτι.

Μέλη της ομάδας μας κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής επίσκεψης στην Ήπειρο (13-22 Μαρτίου 1999).

Μέλη της ομάδας στην Ήπειρο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βαρβούνης, Μ.Γ., Λαογραφικά των Πομάκων της Θράκης, Πορεία, Αθήνα, 1996
Γεωργαντζής, Π. Συμβολή εις την ιστορίαν της Ξάνθης, Ξάνθη, 1976
Γεωργαντζής, Π., Ξάνθη, Η κυρά της Θράκης, Ξάνθη, 1991
Γεωργαντζής, Π., Αρχαίοι και σύγχρονοι Θράκες, Ήθη και έθιμα των αρχαίων
και οι ρίζες των σημερινών Θρακών, Ξάνθη 1994
Γιαννοπούλου-Ρουκούνη, Μάρω, Πομακοχώρια- Κατασκευή, υλικά και
τεχνολογία σαν τροποποιητικοί παράγοντες της μορφής της κατοικίας,
Θρακικά Χρονικά
, 38, 1983Γιαννοπούλου-Ρουκούνη, Μάρω, Πομακοχώρια, διαμόρφωση ενός προτύπου
κατοικίας, Θρακικά Χρονικά
, 37, 1982Γιαννοπούλου-Ρουκούνη,Μ.,Ρουκούνης, Γ., Ο Πολεοδομικός Χαρακτήρας των
Θρακικών οικισμών, Θρακικά Χρονικά
, 44, 1990Δ Σώμα Στρατού, Οδοιπορικό στα Πομακοχώρια,
1996Δ Σώμα Στρατού, Οδοιπορικό στον ποταμό Νέστο
, 1998Θεοχαρίδης, Π., Πομάκοι, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη, 1995
Καρακούσης,Δημ., Θράκη, Τουριστικός, Ιστορικός, Αρχαιολογικός Οδηγός,
Αλεξανδρούπολη, 1998
Κοντογιαννίδης, Τάσος, Τα Νεστοχώρια της Ξάνθης, εκδ. Ρήσος, 1997
Κίζης, Γ., Θράκη, Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Μέλισσα, 1990
Λιάπης, Αντ., Οι Πομάκοι της Θράκης, Θρακικά Χρονικά
, 43, 1989Noμαρχία Ξάνθης, Ο Νομός Ξάνθης και τα προβλήματά του, Ξάνθη, 1962
Ομάδα Ερευνητών Υ.Χ.Ο.Π., Αναγνώριση της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας
των οικισμών της Ξάνθης, Θρακικά Χρονικά,
37,1982Πάντου, Π., Ιστορική Τοπογραφία του Νομού Ξάνθης, Θρακικά Χρονικά,
34,1978
Παύλος,Γ., Πάντζογλου Χ., Αϊβαλιώτης,Β.,Σκιάς Σ., Οδοιπορικό στην Θράκη,
ΠΑΚΕΘΡΑ, 1992
Ραγιάς, Γ.(εκδ.), Βαλκανική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική,, εκδ. Μέλισσα, 1993
Ρουκούνης,Γ.,-Γιαννοπούλου Μ., Η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία των οικισμών
του Ν.Ξάνθης, Θρακικά Χρονικά,
40, 1985Ρουκούνης,Γ.,-Γιαννοπούλου Μ., Κλίμα και βορειοελλαδική παραδοσιακή
κατοικία, Θρακικά Χρονικά,
43, 1989Τριάρχης Φ., Η Ξάνθη δια μέσου των αιώνων, Αρχείον Θράκης, τομ. 39, 1976
Παραρτήματα
Ι. Πίνακας εξέλιξης του πληθυσμού των ορεινών οικισμών 82
ΙΙ. Γράφημα της πληθυσμιακής εξέλιξης στο Ν.Ξάνθης 83
ΙΙΙ. Αλφαβητικός πίνακας των οικισμών και άλλες ονομασίες
τους 84
ΙV. Δείγμα δελτίου καταγραφής οικισμού που χρησιμοποίησε η
Περιβαλλοντική Ομάδα του 1ου Γυμνασίου Ξάνθης 85
V. Πρόγραμμα της Εκπαιδευτικής Επίσκεψης στην Ήπειρο 89
VI. Δείγματα ερωτηματολογίων που συμπλήρωσαν τα μέλη της
Ομάδας κατά το Πρόγραμμα Κινητικότητας (13-22 Μαρτίου
1999) 90
VΙΙ. Άρθρα εφημερίδων για τις δραστηριότητες της
Περιβαλλοντικής Ομάδας του 1ου Γυμνασίου Ξάνθης 95